Είμαι στην εξαιρετικά ευχάριστη θέση απόψε να μιλήσω σε μια τέτοια εκλεκτή συντροφιά για τη Ζαγορίσια γυναίκα. Η θέση μου είναι συνάμα και δύσκολη, γιατί είναι επικίνδυνο εύκολα να παρασυρθώ και να υπερβάλω κυριευμένη από συναισθήματα, που δεν έχω τη δύναμη να χαλιναγωγήσω. Συγχωρέστε μου την αδυναμία.
Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ, να ξεμακρύνω με το νου - ποτέ με την καρδιά - απ αυτή την μορφή, που με κυνηγάει σα στοιχειό μια ζωή, για να ζωγραφίσω το πορτρέτο της με τη φτωχή μου πένα όσο γίνεται περισσότερο αντικειμενικά και ψυχρά.
Και για να τα κάνω όλα τα πρεπούμενα σαν Ζαγορίσια μάνα και κυραμάνα πρώτα να ευχαριστήσω από καρδιάς την Αδελφότητα Κουκουλιωτών «Ευγένιος Πλακίδας» και τον πρόεδρό της κ. Σπύρο Τσουμάνη, για την τιμή που μου έκαναν να με συμπεριλάβουν σαν ομιλήτρια στην εκδήλωσή τους και να με βάλλουν στο πλευρό ενός άξιου πανεπιστημιακού δάσκαλου του κ. Γ. Καψάλη.
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, αγαπητοί Κουκουλιώτες, Ζαγορίσιοι και φίλοι του Ζαγοριού, στήριγμα κάθε Ζαγορίσιας προσπάθειας.
Αν είναι νόμος φυσικός ο άνθρωπος ως ένα σημείο να είναι δημιούργημα του τόπου που άνοιξε τα μάτια του στο φως του ήλιου, και στην πορεία της ζωής του να παίρνει δύναμη σαν τον μυθικό Ανταίο απ το χώμα της γης του, τότε ναι η Ζαγορίσια γυναίκα είναι δημιούργημα του τόπου της.
Γιατί είναι η γη που σ' οδηγεί στ' αστέρια.
Τούτο το χώμα είναι βαρύ κι ο τόπος μας είναι άγιος. Τον ξέρω και με ξέρει καλά. Τον πονώ και τον νοιάζομαι κι ίσως αυτός κι εμένα.
Βουνά χαραγμένα, χίλιες χαράδρες κι άλλες τόσες τσιούκες σε καλοδέχονται και σε χαιρετούν μ' ένα φόρτωμα άστρια..
Τούτος ο τόπος μας , ο τόπος του Ζαγοριού είναι βαρύς.
Ρωτήστε τα φαράγγια, τα ποτάμια. Θα σας το πουν στην γλώσσα τους, σίγουρα. Γι αυτόν τον τόπο θάθελα λίγα λόγια να σας πω για να σας καλωσορίσω όπως σας πρέπει.
«Το Ζαγόρι είναι γραφή δύσκολη. Δεν προσφέρεται για ερμηνείες πρόχειρες. Για να το καταλάβεις πρέπει να το δεις από πολλές μεριές» γράφει ο Ζαγορίσιος Νικολαίδης.
Κι ο Γιάννης Σαραλής θα συμπληρώσει:
«Αν θέλεις να φτάσεις το Ζαγόρι ας αναρριχηθεί πρώτα η σκέψη σου προσκυνήτρα, ας φτερουγίσει η ψυχή σου με οδηγήτρα την ανάμνηση ...»
Εναι ο τόπος πίσω απ τα βουνά, πίσω απ' το Μιτσικέλι.

Τι να πω εγώ για τον τόπο μου! Βουνά, θεοβούνια, ποτάμια και ρέματα που λούζονται νεράιδες, κοιλάδες ήμερες, φαράγγια γεμάτα θρύλους, δασωμένες πλαγιές που κυνηγιούνται ξωτικά, αγκαλιασμένα όλα, κι ανάμεσά τους μια αρμαθιά από 46 αρχοντοχώρια, κουρνιασμένα στις πτυχές της Πίνδου, άλλα ξαπλωμένα νωχελικά στα πεντακόσια μέτρα κι άλλα σκαρφαλωμένα πάνω από τα χίλια φαντάζουν απάτητα.
Είναι τα Ζαγοροχώρια που «φωλιάζουν σαν τ'ς πέρδικας τα πλιά» σε κάθε αυχένα, στήθωμα ή άπλωμα και σμίγουν αγαπητικά και γίνονται ένα με τη γης χωρίς να ξεχωρίζουν παρά μόνο απ' τον καπνό που βγαίνει το χειμώνα απ' τα μπουχαριά, ανάσα των σπιτιών μας.
Είναι ένας τόπος που απλόχερα το χέρι του Θεού σκόρπισε τις ομορφιές κι απλόχερα και σπάταλα το χέρι του ανθρώπου τον έντυσε, τον στόλισε με πετρόχτιστα σπίτια, αρχοντικά αριστουργήματα, εκκλησιές περίτεχνες και μεγαλόπρεπες με καμπαναριά που θυμιατίζουν τον ουρανό, σχολειά σωστά σαράϊα με πολύτιμες βιβλιοθήκες που σβήνουν τη δίψα της γνώσης, με μοναστήρια που κουβεντιάζεις με τους αγίους, με γραμμένα γκαλτερίμια και καμαρωτά γεφύρια που ζώνουν τόπους, με βρύσες και στέρνες που ξεδιψούν τον κουρασμένο διαβάτη, με μεσοχώρια που σκιάζουν αιωνόβιοι πλάτανοι, και στις άκρες καλύβες κι αλώνια σπαράγματα μνήμης, μνημεία όλου του Ζαγορίσιου πολιτισμού.
Πού πήγε τάχα αυτή η αισθητική των παλιών;
Τόποι που προσκυνούν τη λιτή αρχοντιά σφιχτοδεμένη με της φύσης τα κάλη.
Εκεί που στην απόλυτη σιγαλιά του πρωινού σε καλημερίζει ο κούκος, κι αλλοίμονο αν σε βρει νηστικό και σε «τσακίσει», και σε αποκοιμίζουν τα κερκίδια.
Το Ζαγόρι, ο τερπνός αυτός κήπος της καλλιγόνου Ηπείρου δεν είναι μόνο μια μοναδική φύση αλλά κι ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, μια ζωντανή ιστορία, ένας απόμακρος θρύλος.
Εδώ γεννήθηκε κει θέριεψε ο ξακουστός Ζαγορίσιος πολιτισμός. Τα προνόμια βοήθησαν σ' αυτό, αφού του εξασφάλισαν αυτονομία, θαυμαστή αυτοδιοίκηση, κοινωνική και θρησκευτική ελευθερία.
Κι η ξενιτιά, ο μισεμός, η αποδημία
«Οι Ζαγορίσιοι ανέκαθεν τον περισσότερον χρόνον διάγουσιν εις την ξένην» λέει ο Λαμπρίδης.
Ο ξενιτεμός που έφερε αγαθά, πλούτο και πολυτέλεια αλλά και ιδέες καινούριες και γράμματα.
Τα ταξίδια που γεφύρωσαν τόπους και πολιτισμούς.
Η ανθρώπινη επικοινωνία, ο άλλος κόσμος παραπέρα ήταν ανθρώπινη ανάγκη όνειρο τολμηρό, να γνωρίσει, να μάθει άλλους τρόπους ζωής, ν' ανταλλάξει προϊόντα, να ζήσει αλλιώτικα.
Η ξενιτιά ύψωσε αρχοντικά, αλλά κι εκκλησιές και σχολειά και βρύσες και στέρνες και μεγάλωσε τη φροντίδα για τον τόπο.
Το Ζαγόρι «το φιλόμουσον» τότε που σε κάθε δυσκολία η Ήπειρος έστρεφε τα μάτια της προς το ανεξάρτητο και συνετό Ζαγόρι καρτερώντας.
«Να δούμε τι θα κάνει το Ζαγόρι...»
Και δίπλα σ' ‘όλα αυτά, ανάσα και στήριγμα και ψυχή η Ζαγορίσια.
«Την προαγωγήν αυτού γενικώς το Ζαγόρι οφείλει εις την βοήθειαν της συζύγου» θα πει ο ιστορικός Λαμπρίδης.
Σ' αυτό το Ζαγόρι, μέσα σ' αυτό το περίγυρο της ομορφιάς και της ιδιαίτερης πνευματικής και πολιτιστικής ανθοφορίας φύτρωσε κι άνθισε, λουλούδι κι η ίδια ζωντανό, η Ζαγορίσια γυναίκα.
Δεν γίνεται να μιλάς ποτέ, μα ποτέ για το Ζαγόρι και να μη βλέπεις πίσω απ, ότι όμορφο, σημαντικό και μεγάλο πλάστηκε εδώ πάνω τη γυναίκα, τη γυναίκα του Ζαγοριού.
Όποιο παράθυρο κι αν ανοίξεις, στο παρελθόν το πρόσωπο της γυναίκας θ' αντικρίσεις.

Κυρίες και κύριοι.

Ο θεσμός της οικογένειας είχε ιδιαίτερη θέση στην Ζαγορίσια κοινωνία. Η αυστηρά πατριαρχική Ζαγορίσια οικογένεια έδινε την πρώτη θέση στον γιό. «Μ ένα γιό» η ευχή για τους νιόπαντρους ή «Πέντε γιούς και μια μηλιά».
Πιδί ήταν μόνο το αγόρι. Θυμούνται οι παλιότερες πως οι κυρα-μάνες έδιναν σερνικοβότανο στην νύφη, δυσεύρετο.
Κι όταν γεννιόταν αρσενικό το τάϊζαν ψωμί ψιλοσιτισμένο και γαλότριφτα, ενώ για την κοπέλα ψωμί με τη μεσιά τη σίτα και λαδότριφρα.
Η προτίμηση αυτή βέβαια έχει εξήγηση. Ο γιος θα εξασφάλιζε το όνομα, τη συνέχεια της οικογένειας. Δεν θα χάνονταν το σόι, πράγμα που δεν συνέβαινε με τις κοπέλες, τις οποίες θεωρούσαν ξενογονιές, αφού ο ρόλος τους ήταν ν' ανοίξουν άλλο ξένο σπιτικό.
«Η κοπέλα όταν γεννιέται είναι βαρετή και στου βασιλιά την πόρτα» λέει ο λαός. Κι άλλοι πρόσθεταν: «Αμ οι κοπέλες σε αναγκάζουν να χτυπάς και τα' οχτρού σ' την πόρτα ακόμη» ή «οι κοπέλες σε πάνε να φιλάς κατουρημένες ποδιές για να τις παντρέψεις» κι αλλού «οι κοπέλες σε κάνουν να γίνεσαι του σκυλιού σκαφίδι και του γουρουνιού καρούτι», εννοώντας την δύσκολη θέση του γονιού που έχει κοπέλα. Τόσο που με συμπάθεια έλεγαν: «τον καημένο, έχει τόσα θηλυκά, πως θα τα παντρέψει».
Αντίθετα υπερηφανεύονταν ο γονιός με τους γιούς λέγοντας: «Σάμπως έχω τις κοπέλες και δε θα μου τις πάρουν».
Η αντίληψη αυτή για τα κορίτσια είχε κι άλλους λόγους. Γιατί υπήρχε κίνδυνος να διασυρθεί η υπόληψη και η τιμή της οικογένειας.
Ακόμη τα' αγόρια μπορούσαν να δουλέψουν και να βγάλουν το ψωμί τους από νωρίς 12 - 15 χρονών ξαλαφρώνωντας τους γονείς, ενώ τα κορίτσια έπρεπε να τα φροντίζει η οικογένεια ώσπου να παντρευτούν.
Σπουδαιότατος λόγος όμως ήταν ο θεσμός της προίκας. Η προικοδοσία ήταν θηλιά στο λαιμό των γονιών. Ήταν δε η προίκα χρήματα, κοσμήματα, ακίνητα, σκεύη κι η απαραίτητη νυφιάτικη καρσέλα με το ρουχισμό της που την ακολουθούσε φορτωμένη στ' άλογο μέχρι έξω απ' την εκκλησιά.
Η καρσέλα ήταν το μοναδικό καταδικό της πράμα. Αυτή κρατούσε το κλειδάκι και δεν το αποχωρίζονταν ποτέ.
Σ' αυτή μια ζωή θα κλείδωνε ότι δικό της στον ξένο τόπο, τους πόθους, την τρυφεράδα, τα όνειρα και τους καημούς της, ακόμα και τα θαφτικά της.
«Χρόνους της τάζουν τα προικιά, μήνες τα πανωπροίκια» λέει το δημοτικό τραγούδι.
Τα προικιά ήταν πολύχρονη έννοια της οικογένειας. Η μάνα φρόντιζε από νωρίς και η κοπέλα δένονταν κοντά σ' αυτή με το νοικοκυριό, αλλά και τις οξωδουλιές κι ετοιμάζονταν για το ρόλο της.
Το προικοσύμφωνο έγραφε με λεπτομέρεια τα είδη της προίκας. Επειδή όμως γινόταν μεγάλη κατάχρηση από πολύφερνες νύφες και περιζήτητους γαμπρούς αναγκάζοντας κοπέλες να μείνουν ανύπαντρες ή οι γονείς να δανείζονται και να πωλούν τα κτήματά του, οι Ζαγορίσιοι με τον ζηλευτό τρόπο αυτοδιοίκησης που είχαν έκαναν θεσπίσματα και κατέστρωσαν 5 στρίμμες, κατηγορίες προίκας, πρώτη, δεύτερη κ.λ.π.
Στο ίδιο θέσπισμα αναφέρεται:
«Επειδή και τα επι κεφαλής ή του στήθους της νύφης και των άλλων εγγάμων ή μη κρεμάμενα φλωριά παρέχουσι εις τας ανωτέρω κοινότητας πολλάς ζημίας και αντίκεινται εις την κοσμιότητα του γυναικείου φύλου διά ταύτα καταργούνται και ταύτα από σήμερον. Δύνανται δε αι θέλουσαι χάριν στολισμού σταυρόν επί του στήθους να φέρωσιν» 1873.

Ιδιαίτερο γνώρισμα της Ζαγορίσιας γυναίκας είναι η μόρφωση.
Στο Ζαγόρι δεν υπήρχε αγράμματη γυναίκα στα χρόνια της σκλαβιάς, όταν στην υπόλοιπη Ελλάδα η αγραμματοσύνη έφτανε το 95 %.
«Ανέκαθεν και επ' αυτών των δυστήνων εποχών υπήρχον τήδε κακήσε εν Ζαγορίω σχολεία διατηρούμενα δαπάναις των κοινοτήτων. Αλλά και των θηλέων την εκπαίδευση ήρχησαν να επιδιώκουν οι φιλόμουσοι Ζαγορίσιοι».
Η οικονομική άνεση, αποτέλεσμα του ξενιτεμού, άνοιξε σ' όλα τα χωριά σχολεία. Και μετά πρώτα στο Ζαγόρι, στο Μονοδένδρι 1846, στο Κουκούλι 1881, το 1882 Άνω Πεδινά, Ελαφότοπο, Αρίστη, Πάπιγγο και σε άλλα χωριά άνοιξαν τα Παρθεναγωγεία. Λειτουργούσαν με δωρεές και κληροδοτήματα.
Μάθαιναν σ' αυτά εκτός από γράμματα, κέντημα, ράψιμο, πλέξιμο, αργαλειό.
Στο Βραδέτο η Γιαννούσιενα το 1930 κεντούσε με πισωβελονιά μπάντες με αρχαία ρητά, κι άλλες πολλές το ίδιο έκαναν στολίζοντας τους τοίχους στα μαντζάτα και τους νοντάδες
«Εχει ο Θεός»
«Κι αυτό θα περάσει»
«Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»
Σπάνια θα βρεις κοινά ονόματα γυναικεία στο Ζαγόρι. Λίγες οι Λένες και λιγότερες οι Μαρίες.
Είχαμαν και τι δεν είχαμαν, κι Αρσινόη, κι Αγλαΐα, Ανδρομάχη, Αντιγόνη, Αμφιτρίτη, Ανδρονίκη, Γαλάτεια, Βικτώρια, Ερμιόνη, Ευρύκλεια, Ερατώ, Ευτέρπη, Ευφροσύνη, Ευλαλία, Εριέτη, Καλυψώ, Ζηνοβία, Μελπομένη, Πηνελόπη, Μαγδαλινή, Τερψιχόρη, Φιλιμίλα, Φερενίκη..... και πόσα άλλα. Θαρρείς και σε κυκλώνουν θεές και νύφες και μούσες όταν τις αναβαίνεις, κι αυτή την αρχαιοπρέπεια μόνο στον δικό μας τόπο την συναντάς.
Στα 1913, γράφει ο Λαζαρίδης, ήρθε στην Μπάγια ο πρώτος Ειρηνοδίκης. Εκτελούσε και χρέη συμβολαιογράφου. Μια μέρα παρουσιάστηκε μια 60χρονη γριούλα για κάποιο πληρεξούσιο. Ο Ειρηνοδίκης έχοντας υπ όψη ότι οι γυναίκες των χωριών στην παλιά Ελλάδα ήταν κατά κανόνα αγράμματες είπε στον κλητήρα να φωνάξει κάποιον άνδρα να υπογράψει για την αγράμματη.
Σαν να την τσίμπησε φίδι πετάχτηκε η γυναίκα. «Εγώ αγράμματη;;». Πήρε την πένα και υπέγραψε με μεγάλη ευχέρεια και καλλιγραφικά γράμματα.
Θαύμασε ο Ειρηνοδίκης.
«Ακούς εκεί αγράμματη ! Εγώ πήγα σχολείο ως το Γεροστάθη» κι άρχισε να απαγγέλει με τον πρεπούμενο τονισμό και σε καθαρεύουσα όλη την πρώτη σελίδα του βιβλίου.
Αργότερα στα 1933 ο Πανωσουδενιώτης ευεργέτης Λαμπριάδης ιδρύει την Λαμπριάδειο Οικοκυρική σχολή. Η εκπαιδευτική αυτή κυψέλη είχε σκοπό την «δωρεάν παροχή γραμματικών, οικοκυρικών, βιοτεχνικών και γεωγραφικών γνώσεων προς βελτίωσιν των καθ' όλα συνθηκών της ζωής».
Ο γνωστός Κουκουλιώτης δάσκαλος και συγγραφέας Κώστας Λαζαρίδης αφιερώνει ένα βιβλίο του: « Στη μνήμη της κυραμάνας μου Θεονίτσας που το είχε μεγάλο μεράκι κι έκανε ότι μπόρεσε για να γίνω δάσκαλος».
Αυτή τη λαχτάρα για τα γράμματα και τη φιλοδοξία της τη συναντάμε κι αργότερα. Θέλει να δει το παιδί της μεγάλο και τρανό, να ξεχωρίζει σαν τον τάδε, σαν τον τάδε ...
Μπορεί να στερηθεί αυτή και η φαμιλιά της αλλά το σακούλι πρέπει να πάει στα Γιάννενα, στο παιδί που σπουδάζει.

Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται με τι λαχτάρα καρτερούσαν νάρθει η μάκω ή η μάνα με βαρυφορτωμένα τα ζώα που ξεπέζευαν στα χάνια. Κι αυτά στην αφιλόξενη πόλη ξενιτεμένα με τη νοσταλγία να τα τυραγνά ξενυχτούν διαβάζοντας με τη λάμπα με το καπνισμένο λαμπόγυαλο, γιατί έπρεπε να πετύχουν, να μη ντροπιάσουν τα' όνομα.
Κι ύστερα μεγαλώνοντας έφευγαν και γύριζαν επιστήμονες με τα γρόσια των ξενιτεμένων γονιών.
Αποτέλεσμα αυτής της δίψας για μόρφωση ήταν και η αγαθοεργία ιδίως των γυναικών.
Ακόμα και οι απλές γυναικούλες, όταν στα τελευταία χρόνια της ζωής τους έγραφαν τις χειρόγραφες διαθήκες τους δεν παρέλειπαν ν' αφήσουν ένα ποσό για την εκκλησιά και το σχολείο.
Αφήνω τις αρχόντισσες που έφτιαξαν στέρνες και ξωκλήσια κι άφησαν σπουδαία κληροδοτήματα, όπως η Αγγελική Παπάζογλου από τη Βίτσα.
Την αγαθοεργία αυτή δεν την συναντάς εύκολα σ' άλλο τόπο.

Η Ζαγορίσια !
Θα προσπεράσω όλου του κόσμου τις γυναίκες και στη δικιά μου θα σταθώ, σ' αυτή που ποζάρει με τα' ομορφοδεμένο μαντήλι με την κόκκινη κλάρα - κορνίζα πραγματική - στο καθάριο πρόσωπο με τη γλύκα και την περηφάνια στο βλέμμα και τη δύναμη και τη θέληση ζωγραφισμένη στα χείλη. Τι να πρωτοπείς γι αυτή..
Η Ζαγορίσια γυναίκα ήταν ευγενική, καλότροπη, πονετική, ευαίσθητη, πρόσχαρη, η ήρεμη δύναμη, μελένια με τον καλό λόγο πάντα στο στόμα.
Με την εξυπνάδα της γινόταν ευχάριστη στη συζήτηση. Ήξερε να περιποιείται την ξένο, αλλά και τον άρρωστο, να απαλύνει την πόνο, να παρηγορεί, καθώς ο λόγος της ήταν βάλσαμο. Θησαυρός, χρυσάφι το χάδι της και μέλι το φίλημά της.
Σκληρή μαζί και εύθραυστη, γρανιτένια κι αλαβάστρινη.
Η αδυναμία που γινόταν δύναμη, όταν χρειαζόταν.
Πού είχαν μάθει αυτές οι γυναίκες όλους αυτούς τους κομψούς τρόπους;
Η Ζαγορίσια ήταν αθόρυβη και πανταχού παρούσα. Ένοιωθες την παρουσία της κι ας έλλειπε.
Είχε έμφυτη καλαισθησία και γούστο στην οικογένεια, στον εαυτό της, στο σπίτι. Όλα προσεγμένα, όλα ιδιαίτερα φροντισμένα, τόσο που έλεγαν πως η μόδα περνούσε απ' το Ζαγόρι για να κατεβεί στην Αθήνα..
Έκοβε τις εφημερίδες με σχέδια και στόλιζα μ' αυτές τις πιατοθήκες μ' αραδιασμένα τα πιάτα, τα φλιτζάνια, τα κουταλοπήρουνα στον τόπο τους κρεμασμένα και τη σφραγίδα στο περόνι για τη λειτρουϊά της Κυριακής.

Παροιμιώδης η νοικοκυροσύνη της κι η καθαριότητά της. Άστραφταν όλα.
Η τρίχινη βούρτσα, ο ασβέστης και το μπιζίρι οι αχώριστοι σύντροφοί της.
Έτσι έλαμπαν τα σανίδια στις κρεβάτες, οι γωνιές, τα μαγειριά, οι σάλες. Έλαμπε κι ο δίσκος με το κολλαρισμένο δισκόπανο, το φιρφιρί με τα ασημένια κουταλάκια και τα σκαλιστά ποτήρια, και τα γραμμένα κουρτινάκια στα καγκελόφραχτα παραθύρια.
Και σε χωριά άνυδρα περίσσιος ο κόπος για το κουβάλημα του νερού.
Έπεφταν κάτω από τον ίσκιο της μάνας, όπως το μήλο κάτω απ' τη μηλιά.
«Το θήλυ φύλον προσηνές και φιλόξενον λίαν στο Καπέσοβο, στα Άνω Σουδενά, στο Πάπιγγο», γράφει ο Λαμπρίδης.
Η νοικοκυροσύνη δεν σταματούσε στην καθαριότητα. Το μαγειριό και η μαγειρική της ήταν η αδυναμία της.
Εκεί τα καλομαγειρεμένα φαγιά της, οι λαλαγγίτες, τα γλυκά. Περασμένα στον πτόβεργο τα ζμέκια κι οι μουστόπιτες στα καλογανωμένα ταψιά.
Λαγγίριζε στο βάζο ο μπελντές.
Ποιος δεν γεύτηκε τις πίτες της. Λογιών λογιών μοσκοβολούσαν ως έξω. Μ' ότι μπορείς να φανταστείς γαλατόπιτες, λαχανόπιτες, κρεασόπιτες, αλευρόπιτες, φακόπιτες, ρυζόπιτες για τις καλές τις ώρες.
Μ' ότι υπήρχε στο σπίτι κι ότι περίσσευε.
Και τα ψωμιά και οι κλούρες, μοσχοβολιές αξέχαστες που μας κυνηγούν μια ζωή.
Τίποτε να μην λείπει από το σπίτι και τίποτε να μην πάει χαμένο. Πάντα είχε αναμερμένο ένα βάζο με μπελτέ για τον ξένο, για να ξεντροπιαστεί. Νοικοκυρά και οικονόμα, θαυμαστός συνδυασμός για τη Ζαγορίσια γυναίκα. Γεμάτες οι μπίντσες και τα κελάρια, τυριά στα καρδάρια, βούτυρο, γκίζες για τις πίττες. Στη σειρά κρεμασμένες οι άσπρες σακούλες με το τσάι, τη ρίγανη, τα στεγνά λάχανα, τον τραχανά, τα πέτουρα, τα στεγνά κεράσια, τα κράνια, τα ξυνόμηλα, τα γκόρτσα, τα καρύδια, τα μύγδαλα, τα λεφτόκαρα. Και το αλεύρι στ' αμπάρι και το λάδι στον τενεκέ και το πετρόλαδο για τη λάμπα.
Τίποτε δεν έλειπε από το Ζαγορίσιο σπίτι, όσο φτωχό κι αν ήταν γιατί η Ζαγορίσια ήταν εργατική. Ασκόλαγες οι δουλειές και πάντα στο στόμα της η φράση: «δεν αδειάζω...» (= δεν ευκαιρώ).
Δεν άφηνε χωράφι χέρσο, στάρι, κριθάρι, φακή, ρεβίθια. Όργωνε, θέριζε, αλώνιζε, κουβαλούσε κλαδί και ζαλίκι με ξύλα.
Και χώρια τα ζώα. Όλα καρτερούσαν απ αυτή, γίδια, γελάδια, σκυλιά, γάτες, κότες.

Η Ζαγορίσια ήταν κυρά στο σπίτι της, σκλάβα όμως στις δουλειές που δεν τελείωναν ούτε μέρα, ούτε νύχτα. Με θαυμασμό η λαϊκή μούσα θα πει:
«Κακό ζακόνι πόχουνε, αυτές οι Ζαγορίσιες
Νύχτα να πάνουν για νερό και το πρωί για ξύλα.
Το μεσημέρι αργαλειό, το βράδυ στο σεργιάνι.
Την Κυριακή στην εκκλησιά σαν ήλιος σα φεγγάρι».

Το μεγάλο μεράκι της φανέρωνε το άσπρο μαντήλι με τα κομπολόια για τη δουλειά, η σιδερωμένη ποδιά με το φιόγκο και τα πατίκια που έτριζαν γιατί ήξερε να κάνει τη φτώχεια περηφάνια κι αρχοντιά. Έτριβε το κατώφλι της πόρτας με τη βούρτσα κι έπρεπε ν' αλλάξεις παπούτσια για να μπεις στο σπίτι.

Η Ζαγορίσια ήταν θρήσκα. Κάθε Σαββατόβραδο έκαιγε στο εικόνισμα το καντήλι και το πρωί της Κυριακής ράδιζε με το πρόσφορο στην άσπρη πετσέτα για την εκκλησιά.
Τις γιορτές έζωνε τις εκκλησίες με κερωμένο σπάγκο και στις δυσκολίες σταυροκοπιόταν πάντα. «Δοξασμένος ο Θεός. Μεγάλη η χάρη του. Μας δοκίμασε. Έχουμε αμαρτίες».
Έκανε τάματα για τους ξενιτεμένους, ξόρκιζε με τον παπιά, γινόταν βλάμισσες στην εκκλησία, μοιρολογούσαν σπαραχτικά τους νεκρούς.

Η Ζαγορίσια ήταν φεγγαροπρόσωπη, όπως τη θέλει το τραγούδι. Βοηθούσε σ' αυτό και το μοναδικό κεφαλοδέσιμο του μαντηλιού κεντημένο με «δοντίτσι».
Ήταν γραμμένη με την κοντυλένια μύτη της, τα φρύδια τα καγκελωτά και το κυπαρισσένιο κορμί επάνω στον άσπρο της λαιμό.

«Ζαγοριανές μου πέρδικες, βουνίσιες μου τρυγόνες
με τις στολές τις πλουμιστές, τις κεντητές φλοκάτες
αράδα - αράδα λυγερές στης ομορφιάς τον τόπο
σαν ανθισμένες μυγδαλιές στης Ήπειρος τις ράχες»
τραγουδά η Χρ. Ζιτσαία.

Τη θέλει όμως και πέρδικα ο αναστεναγμός του νιού:

«Ξύπνα περδικομάτα μου κι ήρθα στο μαχαλά σου».

Γιατί η ομορφιά, η εξυπνάδα, η μαργιολιά, τα νάζια, η μητρότητα ταίριαζαν τόσο στο πουλί αλλά και στη Ζαγορίσια. Πέρδικα και περδικομάτα και περδικοπατήματα ο χορός της. Τι να πει κανείς για το χορό της. Ανάλαφρα πατήματα, ανάλαφρο του κορμιού το λύγισμα, στητό μέσα στο ολοκέντητα σεγκούνι, ανάλαφρο του ποδιού το τσάκισμα, ανάλαφρο του ακριβού φουστανιού το θρόισμα και της κεντημένης ποδιάς η κλάρα. Αληθινή οπτασία!

Κι ερχόταν η ώρα του γάμου . Άφησα τελευταίο το κεφάλαιο του γάμου και της ξενιτιάς που σημάδεψε τη ζωή τη δική της και του Ζαγοριού ανεξίτηλα, καθώς εκείνο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του Ζαγοριού ήταν τα ταξίδια.
Σε μια εποχή αυστηρά πατριαρχική με τις κοινωνίες κλειστές, με τους άγραφους νόμους παντοδύναμους και τις κοινωνικές τάξεις αυστηρά περιγραμμένες ο γάμος δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Έτσι όταν η κοπέλα έφτανε σε ηλικία γάμου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο είχε ο κυραφέντης ή η κυραμάνα αν αυτός έλειπε στα ξένα. Αυτοί διάλεγαν με τα δικά τους κριτήρια και οι περισσότερες συμφωνούσαν και πολλές φορές πορεύονταν όπως - όπως την υπόλοιπη ζωή τους σιωπηλές και συμβιβασμένες.
Όλοι σχεδόν οι γάμοι γίνονταν με προξενιό από τους προξενητάδες και τις προξενήτρες που είχαν ιδιαίτερες ικανότητες, εξυπνάδα, ευχέρεια στο λόγο, ήταν γλυκομίλητες κι ήξεραν να πείθουν. Σπάνια γίνονταν γάμος από «κλέψιμο» ή παράφορη αγάπη που γρήγορα γινόταν τραγούδι και μολόημα.
Πάντρευαν τα παιδιά τους μικρά, «στον καιρό τους», όπως έλεγαν και η λαϊκή παροιμία ορμήνευε: «ή μικρός μικρός παντρέψου, ή μικρός καλογερέψου, ή μικρός στα ξένα σείρε».
Το παιδομάζωμα και ο ξενιτεμός ήταν δυο σοβαροί λόγοι. Οι Ζαγορίσιοι ανέκαθεν ξενιτεύονταν. Ο άγονος τόπος τους δεν τους κρατούσε κι ο Οδυσσέας που έκρυβαν μέσα τους ζητούσε περιπλανήσεις.
«Να παν να καζαντίσουν. Να φέρουν γρόσια φόρτωμα, γεμάτα τα δισάκια». Αυτή η έρμη ξενιτιά οδηγούσε στην μικροπαντρειά. Να γιατί είχαν μείνει πολλοί γάμοι παρθενικοί. Να γιατί πολλές Κώσταινες, όπως λέει και το τραγούδι πέθαιναν πρόωρα χωρίς να χαρούν τη συζυγική ζωή.
Στα Ζαγοροχώρια διάλεγαν σύντροφο απ' τον τόπο τους γιατί ήξεραν τα κουσούρια του καθενός κι αποχτούσε δύναμη το σόι. «Παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είν' και μπαλωμένο» ορμήνευε η παροιμία. Μονάχα όταν γύριζαν όλες οι προξενιές αναγκάζονταν να πάρουν ξενοχωρίτη.
Γενικά προτιμούσαν τους Ζαγορίσιους, απέκλειαν τους μαυρογόνατους του κάμπου, ούτε τους Πωγωνίσιους είχαν σε υπόληψη πολύ δε περισσότερο γαμπρούς Σαρακατσαναίους ή απ' τα Βλαχοζάγορα. Κοίταζαν πάρα πολύ το σόι «από τι σειρά κρατάει».
Επίσης δεν χαλούσαν την αράδα. Έπρεπε να παντρευτεί η πρώτη κι ύστερα οι άλλες κι αν είχαν αδερφό παντρεύονταν τελευταίος.
Πολλές κοπέλες καθώς ορφάνεψαν από μάνα μικρές, μεγάλωσαν και σπούδασαν αδέρφια, κράτησαν σπιτικό.
Ξέχωρη φροντίδα για τον πατέρα «να μη χολιάζ κι αρωστίσει κι μας πάρ' του πουτάμ ή μη μας φέρ' μητριά». Τους αξίζει ξεχωριστή τιμή.
Άλλες ήταν αρχοντοπούλες που σαν ξέπεφταν και φτώχαιναν έμειναν προσκολλημένες στις παλιές δόξες και δεν συμβιβάζονταν κι άλλες που κοίταζαν την εμφάνιση, «νάναι όμορφος, μερακλής και γλεντζές και νάχει κι ένα χαρτί».
Μ' αυτά και μ' αυτά έμειναν πολλές κοπέλες αλλά και άνδρες ανύπαντροι στο Ζαγόρι.
Οφείλω να πώ ότι χρειαζόταν για την κοινωνία και τα ήθη της εποχής παλλικαριά για να μείνει μια γυναίκα μόνη χωρίς να υστερούν σε τίποτα κι αν δεν έπαιξαν το ρόλο της συζύγου ή της μάνας με τον τρόπο τους αποκτούσαν την εκτίμηση και τον σεβασμό και επιβάλλονταν σε γυναίκες και άνδρες.
Απόλυτες, αυστηρές, δυναμικές, περίφανες, είχαν αρχοντιά και «λέγειν» , σχολαστικές νοικοκυρές δεν έδειναν το δικαίωμα να τις κρέν ο κόσμος.
Η Ζαγορίσια με το γάμο της πήγαινε να μείνει με τα πεθερικά, τον κυραφέντη κατ την κυραμάνα, με την ανδραδέρφη και τη συννυφάδα σε ξένο κι άγνωστο σπίτι, πολλές φορές σε ξένο κι άγνωστο χωριό. Έπρεπε να ριζώσει, να κάνει φίλους, ν' αλλάξει συνήθειες κι «όχι όπως ήξερες νύφη, αλλά όπως βρήκες». Κι όλα αυτά μόνη, στερημένη συνήθως από τον ίσκιο του άντρα της τη συντροφιά και την προστασία, αφού γρήγορα, πολύ γρήγορα την άφηνε νια και νιούτσικη να πάει να καζαντίσει στα ξένα.

Η ξενιτιά ήταν ο μεγάλος καημός της Ζαγορίσιας.
Τον δέχτηκε και τον άντεξε.
Με το μισεμό του άντρα της κατέβαζε το μαύρο μαντήλι χαμηλά στο μέτωπο για να μη σκανδαλίζει η ομορφιά της, σφιχτόδεσε την καρδιά και τους χυμούς της νιότης της, ξόρκισε τη σάρκα και πορεύτηκε χρόνια ολόκληρα, πολλές φορές ως τα γεράματα, αγόγγυστα περήφανη και μόνη.
Τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι μοιρολόγια της Ζαγορίσιας γυναίκας.
Κορύφωμα του πόνου το παρακάτω τραγούδι:

«Τριών μερώνε νιόνυμφη κι ο άντρας μου πάει στα ξένα
Δώδεκα χρόνια έκανε στης ξενιτιάς τα μέρη
Τι να σου στείλω ξένε μου, τι να σου προβοδίσω
Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει»
Και βγαίνω στην αυλόπορτα και βλέπω ολόγυρά μου
Χαρούμενες γειτόνισσες με τα παιδιά στα χέρια
Με παίρνει το παράπονο και κάθομαι και κλαίω
Βαρέθηκε η καρδούλα μου, βαρέθηκε η ψυχή μου
Χωρίς άντρα στην αγκαλιά, χωρίς παιδί στα χέρια»

Κι άλλες οι περισσότερες χωρίς άντρα στη γέννα, στα βαφτίσια, στην αρρώστια του παιδιού, στο σχολείο. Και σ' όλα μπροστά αυτή, μάνα και κυραμάνα κι όλοι που ζούσαν γύρω της κλώσσα με τα κλωσσόπουλα.
Τα παιδιά του Ζαγοριού δεν γνώριζαν ούτε την προστασία ούτε την αυστηρότητα του πατέρα κι ήταν τα παιδιά της μάνας τους κι έτσι έμειναν η Γιάννης της Μήτσαινας, ο Κώτσιος της Σταθίας.
Κι αυτή ήταν η Γιώργαινα, η Νάσιαινα χωρίς Γιώργο και χωρίς Νάσιο τις καλές τις μέρες τότε που το τραγούδι αχούσε στους άδειους νοντάδες, τρυγόνα χωρίς το ταίρι της με το χέρι στη σαρμανίτσα.
Τότε που έστηνε την Πασχαλιά το χορό στ' αλώνια με το «Κωσταντής» και το «Πάπιγκο» και «τ Αλεξάνδρα».

«Τι στέκεις μαραμένη Αλεξάνδρα μ, τι στέκεις κλιαμένη
Μην είσι απ τον αέρα Αλεξάνδρα μην είσι απ τη δροσιά
Δεν είμαι απ τον αέρα βρε λεβέντη μ δεν είμ απ΄τη δροσιά
Μον' είμ από τι σένα πούσαι στην ξενητιά»

Τότε που συμπάσχοντας ακόμα και τα «βιολιά» λαλούσαν.

«Δεν σου πρέπουν τα συγκούνια, Γιώ μουρ Γιώργαινα
Τα συγκούνια θέλουν Γιώργο κυρα Γιωργάκαινα
κακά σ' χαλάσματα»

Χάθηκε και τ' όνομά της και μέχρι σήμερα με τ' όνομα του αφέντη τους τις ξέρουμε τις Ζαγορίσιες γυναίκες.
Τότε που δεν υπήρχε η συντροφικότητα του γάμου στο Ζαγόρι.
Τότε που ήταν φανερή η μητριαρχική κυριαρχία έστω κι αν υπήρχε κάπου ένας «κυραφέντης».
Τότε που και οι ληστές ακόμα ήξεραν την αξία τους.
Κι έγινε τραγούδι η Μπουλονάσαινα κι η Κυρά-Φραγκούλαινα που ξαγόρασαν με χρυσό το βάρος τους. Τόσο πολύτιμες ήταν για την Ζαγορίσια κοινωνία.
Κι άντεξε άντρας και γυναίκα μαζί, κολώνα κι αγκωνάρι του σπιτιού, πρότυπο μοναδικό για τα παιδιά που μεγάλωναν κοντά της στην αγκαλιά της, στην ποδιά της με νανουρίσματα και παραμύθια για βασλοπούλες και βασλόπλα, για χώρες μακρινές.
Καρτερική σαν τα βράχια κι υπάκουη στην πεθερά που πολλές φορές γινόταν σκύλα κι αυτή την αντραδέρφη, όπως έμειναν στα δημοτικά τραγούδια.
Ακουμπισμένες μια ζωή στην υπομονή με τα χέρια διπλωμένα στην ποδιά.
Η Ζαγορίσια μια ζωή καρτερούσε. Άναβε το καντήλι, έβγαινε στ' αγνάντιο η στο παραθύρι και κάρφωνε τα μάτια της στο δρόμο μη φανεί η μούλα. Καρτερούσε ώρες, κι όταν νύχτωνε, μάζευε το νου της, τριγυρνούσε στα άδεια σεράϊα, παράδερνε το κορμί της στ άδεια κρεβάτια, έταζε στους αγίους, ώσπου τσακισμένη παραδίνονταν στην αγκαλιά του ύπνου. Κι εκεί ονείρατα με γυρισμούς κι ανταμώματα και χαρές την τυραγνούσαν. Κι έτσι έφευγε η νιότη της καρτερώντας το καλό χαμπέρι.

«Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο
Η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ έχω τον καημό σου».

Μεγάλος όμως ήταν κι ο σπαραγμός της την ώρα που ξεκινούσε το γιό για την ξενιτιά να πάει ν' ανταμώσει την πατέρα. Σφιχταγκαλιάζονται, χωρίζουν, ξαναγυρνάν και ξανασφίγγουν. Το δάκρυ παραφυλάει στα τσίνορα. Το στήθος του παιδιού βράζει απ' τα αναφιλητά. Τότε σκληραίνει εκείνη, καταπίνει τους λυγμούς της. Το σπρώχνει απαλά συμβουλεύοντάς το μ' εκείνο το δραματικό «τσι κει, τσι κει, όχι τσι δω..»
Κι ύστερα παραμιλάει και ικετεύει το φούρνο:

«Άργησε φούρνε να καείς κι εσύ ψωμί να γένεις
Για να περάσει ο κυρατζής, να μείνει ο γιος μου πίσω»

Είναι η ίδια αυτή γυναίκα που ζητά απ' τον ξένο καβαλάρη έξυπνη και δύσπιστη καθώς είναι:

«Πες μου σημάδια του κορμιού, σημάδια της αγάπης»

Κι αν θελήσει κανείς να εξηγήσει γιατί τόσα χρόνια πικρής ξενιτιάς δεν έσβησαν απ' τους Ζαγορίσιους τη δίψα της επιστροφής, πάλι στη γυναίκα θα σταθούμε.
Σ' αυτή που ήταν ο κρίκος ανάμεσα στην πατρίδα και τον ξενιτεμένο καθώς η ζεστασιά της οικογένειας και η μητρική αγκαλιά ήταν το αιώνιο όνειρο του κουρασμένου ταξιδιώτη, η γωνιά που καρτερεί...
Και το συντηρούσε η ίδια αυτό το όνειρο.
Κι ήξερε τι να του γράφει. Μελένια τα γράμματα, έκρυβε τα δικά της τα φαρμάκια, κι έγραφε για το σπίτι, για τα' αμπέλια και το καινούριο κρασί, για τα ζωντανά που αύξαιναν, τα παιδιά που μεγάλωναν και πρόκοβαν στο σχολειό, τα γονικά που είχαν καλά γεράματα, το σπίτι που όλο στολίζονταν, για τις θυγατέρες που τοίμαζαν τα προικιά τους. Όλα αυτά κρατούσαν τον ξενιτεμένο δεμένο μ' αόρατα νήματα και δυνάμωναν τον αγώνα αλλά και του γυρισμού τον πόθο.
Μεγάλη η μέρα του γυρισμού. Έλαμπε το σπίτι, έρχονταν τα βιολιά. Επιτέλους λίγες στιγμές ευτυχίας.
Εκείνη έλαμπε μεσ' τα καλά στολίδια κι εκείνος άδειαζε το καζάντιο στην ποδιά της.
Δεν κρατούσε πολύ η χαρά.
Άλλος ένας σπόρος και πάλι ξενιτιά.
Λένε κι είναι πέρα για πέρα αληθινό ότι «το Ζαγόρι δεν το έφτιαξε η γραβάτα αλλά το ζαλίκι». Γιατί πράγματι η εργατικότητα, η υπομονή, η αφοσίωση, η οικονομία, όλες οι αρετές του κόσμου στόλιζαν τη Ζαγορίσια γυναίκα.
«Την προαγωγήν αυτού γενικώς ο Ζαγορίσιος οφείλει εις την βοήθειαν της συζύγου» λέγει ο Λαμπρίδης. Αυτή η γυναίκα στον μακρύ δρόμο της ακμής του Ζαγοριού έπλασε ό,τι σήμερα λέμε Ζαγορίσιο πολιτισμό.
Στις δυνατές αυτές ψυχές ανήκει και ταιριάζει κάθε έπαινος.
Της αξίζει η τιμή που της έδωσαν με το άγαλμα της Ζαγορίσιας γυναίκας.
Γιατί και στον πόλεμο του 40 ήταν αυτή ο άγνωστος στρατιώτης που φορτωμένη τις κάσσες με τα πολεμοφόδια, αψηφώντας τον κίνδυνο και τις κακουχίες βοήθησε το στρατό μας.
Είναι αυτές οι γερόντισσες με τα χαρακωμένα πρόσωπα και τα λυγισμένα από το χρόνο κορμιά που αρνιούνται σήμερα ν' ακολουθήσουν τα παιδιά τους στην ξένη πολιτεία και κάθονται καρτερικά στο σοκάκι φυλαχτάδες του Ζαγοριού να πεθάνουν στον τόπο τους κι όχι σε ξένο τόπο.

Ζαγορίσια γυναίκα.

Στέκομαι μπροστά σου με σεβασμό, με περηφάνια, με δέος, μ' αγάπη.
Με πολλή χαρά αλλά και συγκίνηση διακρίνω ανάμεσά σας αρκετές ηλικιωμένες Ζαγορίσιες.
Είστε μαζί μας, κοντά μας, εικόνες ζωντανές του Ζαγοριού. Πορτρέτα πολύτιμα.
Πού να σας πρωτοκρεμάσουμε;
Ευχαριστούμε που κρατάτε αναμμένη τη λαμπάδα.
Εσείς βάλατε το λιθαράκι σας σαν μάνες, σαν κυραμάνες, σαν αδερφές, σαν γυναίκες για να γίνει αυτός ο θαυμάσιος πολιτισμός, που προκαλεί το θαυμασμό.
Στα πρόσωπά σας βλέπω την αρχοντιά, την αξιοσύνη, τη σύνεση, την αξιοπρέπεια.
Σας καμαρώνουμε και παρακαλώ το Θεό να είστε για πολλά χρόνια ακόμη κοντά μας, να μας συμβουλεύετε και να μας καθοδηγείτε με τα χ'σά σας τα λόϊα και τις ορμήνιες σας.
Θάθελα πολύ από την ψυχή μου να σας αγκαλιάσω όλες.
Σας φιλώ με σεβασμό το χέρι της κάθε μιας χωριστά καθώς ξεχειλίζει η καρδιά μου από συγκίνηση.

Κυρίες και κύριοι.

Αν ρωτήστε έναν έναν τους Ζαγορίσιους ξέχωρη θέση έχουν στην καρδιά τους για τη μάνα.
Σ' αυτή περισσότερο χρωστάνε το δρόμο πού χάραξαν στη ζωή τους, ένας Θεός ξέρει με πόσα δάκρυα και πόσες θυσίες, αλλά και με πόσα όνειρα δικά τους και πόση θέληση και πείσμα.
Σ' αυτή τη μάνα την περήφανη, τη μοναχική, τη στερημένη στέλνω τη σκέψη μου.
Προσπάθησα να κεντήσω χωρίς το δικό της βελόνι, με περίσσια αγάπη και σεβασμό τη μορφή της.
Στη γυναίκα που μπορούσε κι ήξερε να δουλεύει, να μεγαλώνει τα παιδιά της, να καλοφέρνεται και να φιλοσοφεί.
Στις Ζαγορίσιες, τις λίγες ηλικιωμένες, που μας απόμειναν, τις πολλές μ'σόκαιρες που ακολουθούν και σε μας τις νιώτερες και στις πολλές νέες που καλούνται να πορευτούν στα ίδια αχνάρια, ας είναι αφιερωμένη η μέρα αυτή.
Ας θεωρηθούν οι σκέψεις μου αυτές βγαλμένες απ' το περίσσευμα της καρδιάς μου, ευλαβικό μνημόσυνο, θυμιάμα κι αντίδωρο, φτωχό αγιοκέρι προσάναμμα στη μνήμη της αδελφής, της θειας, της μάνας της μακρινής κυραμάνας, της ανώνυμης Ζαγορίσιας γυναίκας, κολώνας του σπιτιού γεννήτρας κι αφέντρας του Ζαγορίσιου πολιτισμού..

Κι εγώ;

Προσκυνητής κι εγώ ολοχρονίς του τόπου μου νιώθω απόψε να με κυκλώνουν προγονικές καταβολές, νοσταλγίες και μνήμες παραχωμένες αλλά όχι λησμονημένες. Εδώ γεννήθηκα κι εδώ μένω ριζωμένη, γειτόνισσα με τα μάρμαρα και τα πουρνάρια, βλάμισσα με των πουλιών το κελάημα και την ανάσα των δέντρων, συντροφιά με τον ήχο του κλαρίνου, ανάβοντας τα καντήλια στα κονίσματα, μαζώνοντας ρίγανη και μέντα και τσάι όπως η μάκω μου και η μάνα μου.
Γιατί όλα μοσκοβολούν στο Ζαγόρι.
Στο Ζαγόρι που δεν πρέπει ποτέ ο ήλιος να βασιλέψει.
Το φεγγάρι ποτέ δεν πρέπει να δακρύσει και τα αστέρια ποτέ δεν πρέπει να σταματήσουν να χορεύουν Βιργινάδες και Γενοβέφες ως το πρωί.
Κάντε κάτι.
Σας το ζητώ σαν χάρη εγώ, μια Ζαγορίσια γυναίκα.


Doubli.jpg

 

 




Ελένη Δούβλη - Εκπαιδευτικός

 

Από την εκδήλωση: Η Αδελφότητα Κουκουλιωτών "Ευγένιος Πλακίδας τιμά
την Ζαγορίσια και την Σαρακατσάνα γυναίκα

Κουκούλι 30 Ιουλίου 2008