Για την ληστεία του Πλακίδα στο Κουκούλι Ζαγορίου έγραψε ο αείμνηστος Μάνθος Κ. Οικονόμου στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας» ( αρ.φύλ. 119, Φεβρουάριος 1988). Μας αναφέρει τι έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής εκείνης «Παληγκενεσία» και «Αστυ». Συνάμα γράφει ότι στα 1897 εξεδόθη βιβλίο υπό τινος ανωνύμου με τον τίτλο «Εν Ηπείρω ληστεία» εκ σελίδων 72, στο οποίο εκτίθενται όλα τα σχετιζόμενα με την ληστεία κι ότι ο ανώνυμος αυτός συγγραφέας είναι ο αδελφός του Λεωνίδα Γεωργίτση Νέστωρ δικηγόρος…

 

Επίσης ο κ. Ευριπίδης Μακρής σε δύο του βιβλία που έχει συγγράψει α) «Κουκούλι Ζαγορίου» και β) Οι ληστές και τα τραγούδια τους» στηριζόμενος και αυτός στο ίδιο εξ 72 σελίδων βιβλίο, λέει ότι , του βιβλίου αυτού « κατά την γνώμη του συγγραφέας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον παθόντα το Λεωνίδα Γεωργίτση μεγαλοδικηγόρο της εποχής εκείνης και πατέρα του δωδεκάχρονου Περικλή Γεωργίτση που οι ληστές συναπήγαγαν μαζί με την Ευγενούλα Πλακίδα, σύζυγο του κουνιάδου του, Ευγενίου Πλακίδα και παραθέτει στο α) βιβλίο του ένα οκτασέλιδο κείμενο, αντιγραφή του εξ 72 σελίδων βιβλίου, θεωρώντας το ως κυριότερη πηγή ενός ιστορικού ντοκουμέντου.
Εμείς θα εκθέσουμε την δική μας άποψη α’ ως προς τον συγγραφέα του βιβλίου που αλλού επιγράφεται ως «Η εν Ηπείρω ληστεία» και αλλού ως «Μουσακί Γκέκας» και β’ ως προς τα της ληστείας.
Α. Συγγραφέας του ανωτέρω βιβλίου δεν είναι ούτε ο Νέστωρ, ούτε ο Λεωνίδας Γεωργίτσης, αλλά ο δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Κυριάκος Αριστείδης με το ψευδώνυμο Αιμίλιος Αθηναίος. Αυτό το διαπίστωσα από άλλο βιβλίο «Ληστές του Δήλεσι» που αναγράφεται ως συγγραφέας ο Αιμίλιος Αθηναίος.
Β. Ως προς το περιεχόμενο της όλης πραγματείας, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένα μυθιστορηματικό κατασκεύασμα που απέχει πολύ της πραγματικότητας.
Πληροφοριοδότες μου:
1. Βασιλική Τάγγα (θεια Τάσαινα) που την χρονιά της ληστείας ήταν 17 ετών κι έφτιαχνε «πίττες κι άλλα φαϊά» για τους σκλάβους που οι ληστές τους είχαν κρυμμένους πιο κάτω από τα καλύβια τους κι ήταν κόρη του κολαούζου τσέλιγκα Δημήτρη Γιαννακού.
2. Ελένη Βαγγελή (1875) νύφη του αρχηγού της συμμορίας των ληστών Καπετάν Κόντου (Γρηγόρης Βαγγελής) από αδελφό.
3. Μήτσιος Βαγγελής, παιδί της Ελένης Βαγγελή.
4. Μήτρος Τάγγας (Μπάρμπα-Μήτρος 1881).
5. Θόδωρος Διαμάντης (1881) και άλλοι.

Έπειτα από τα Λυκουρσικά με τον πόλεμο του 1878, οι ληστείες πλουσίων οικογενειών σε περιοχές που υπήρχε πλούτος ήταν πολλές. Τα Ζαγοροχώρια με τα αμύθητα πλούτη τους ήταν στο μάτι των ληστών. Το Κουκούλι Ζαγορίου, αρχοντοχώρι την εποχή εκείνη, δεν γλύτωσε από την επιδρομή των ληστών που στις 14 προς 15 Ιουλίου 1891 χτυπούν το σπίτι του άρχοντα Ανδρέα Πλακίδα ή Κανέτσου.
Η ληστεία οργανώθηκε στο Περτούλι Τρικάλων. Εκεί κοντά είχε τα πρόβατά του το καλοκαίρι ο αρχιληστής Καπετάν Κόντος (Γρηγόρης Βαγγελής), Ηπειρώτης Σαρακατσάνος.
Οι ληστές ήταν:
1. Βαγγελής Γρηγόρης, αρχηγός.
2. Μπάρκας Κωνσταντίνος με το ψευδώνυμο Κατσαρός γιατί είχε κατσαρά μαλλιά, Σαρακατσάνος.
3. Τάκος Βαγγέλης, Σαρακατσάνος.
4. Τάκος Αλέξης, Σαρακατσάνος.
5. Κουρκούτας Βασίλης, Σαρακατσάνος από την Σκουλικαριά Άρτας.
6. Κοντοχρήστος Μήτρος ή Μιτάκιας, Σαρακατσάνος.
7. Καψάλης Νάσιος, Σαρακατσάνος. 8. Καρβούνης Νικόλαος, Σαρακατσάνος κι άλλοι τρεις Σαρακατσάνοι.
Οι κολαούζοι ήταν:
1. Γιαννακός Δημήτρης. Τσέλιγκας Σαρακατσάνος και επί 21 χρόνια ενοικιαστής του βουνού του Κουκουλίου Αστράκα. Οι οικογένειες της στάνης του επί 19 έτη το καλοκαίρι έμεναν στο χωριό σε νοικιασμένα σπίτια. Η οικογένειά του το καλοκαίρι του 1889 και 1890 έμενε σε σπίτι που απείχε 50–60 μέτρα από το αρχοντικό του Πλακίδα (σπίτι της Τσιολέκως). Το καλοκαίρι του 1891 και 1892 ξεκαλοκαίριασαν όλες οι οικογένειες της στάνης στην Αστράκα.
2. Διαμάντης Χριστόδουλος (Τάγγας), Σαρακατσάνος. Πολλά χρόνια ήταν φύλακας σε αρχοντικά του χωριού, ήταν ληστής κι αφού προσκύνησε, οι Τούρκοι τον άφησαν ελεύθερο.
3. Λαδιάς Χρήστος, Σαρακατσάνος.
Οι ληστές για 2-3 μέρες προ της ληστείας ήταν κρυμμένοι δυτικά του χωριού σε δάσος από γάβρα. Εκεί έφτιαξαν μια μεγάλη ξύλινη σκάλα που αντί για καρφιά χρησιμοποίησαν σαμαροτριχές.
Μέσα στο αρχοντικό ήταν ο γέρο-Ανδρέας Πλακίδας, η γυναίκα του παιδιού του Ευγένιου ονόματι Ευγενία με πέντε παιδιά της (ο άντρας της έλειπε στο ταξίδι) και η κόρη του Αλεξάνδρα, σύζυγος του Λεωνίδα Γεωργίτση με δύο παιδιά της, το Περικλή 12 ετών και την Ιφιγένεια μωρό. Η κόρη του Αλεξάνδρα έμενε μόνιμα στα Γιάννενα όπου εργαζόταν ο άντρας της κι ανέβηκε στο χωριό για να συλλυπηθεί τον πατέρα της για τον θάνατο της δεύτερης γυναίκας του που είχε συμβεί τον ίδιο χρόνο.
Την νύχτα της 14 προς 15 Ιουλίου 1891 οι ληστές χτυπούν την πόρτα του αρχοντικού με τσεκούρι για να την ανοίξουν. Η πόρτα δεν ανοίγει. Τότε σηκώνουν την σκάλα που είχαν ετοιμάσει και την στήνουν σ ένα παράθυρο του σπιτιού. Ο πρώτος ληστής που ανέβηκε στην σκάλα με τσεκούρι χτυπάει τα σιδεροκάγγελά του , κάνει άνοιγμα και μπαίνει μέσα. Συνέχεια μπαίνουν κι άλλοι κλέφτες, εκτός εκείνων που πιάνουν θέσεις έξω από το αρχοντικό για ασφάλεια. Από τους διαμένοντες μέσα, κανένας δεν έφερε αντίσταση, αν και μέσα στο σπίτι υπήρχε όπλο.
Πιάσανε το γέρο-Ανδρέα κι όλους τους άλλους μαζί με τον υπηρέτη του σπιτιού.
Αφού λεηλάτησαν το σπίτι από κάθε πολύτιμο πράγμα (χρυσαφικά, ασημικά, ρολόγια κλπ), ζητούν από τον γέρο-Ανδρέα να τους δώσει όσα χρήματα είχε. Ο γέρο-Ανδρέας δεν φέρνει αντίδραση και τους δίνει όσα χρήματα είχε στο σεντούκι. Πόσα ήταν δεν γνωρίζουμε. Την ώρα που έπαιρναν τα χρήματα σ ένα ντουλάπι του δωματίου βρίσκουν ένα όπλο κι ένας ληστής του λέει:
“Τι το θέλεις αυτό το όπλο γέρο;”
Κι ο γέρος απαντά:
“Για ώρα ανάγκης”.
Γέλασε ο ληστής και του λέει:
“Μεγαλύτερη από την αποψινή ανάγκη είναι άλλη;”
Αυτή την στιχομυθία μεταξύ ληστή και γέρο Ανδρέα μου την είπε ο μακαρίτης δάσκαλός μου Κώστας Λαζαρίδης, όπως μαθεύτηκε στο χωριό μας το Κουκούλι.
Οι ληστές δεν αρκούνται στα όσα χρήματα τους έδωσε ο γέρο-Ανδρέας και παίρνουν ως αιχμαλώτους την νύφη του Ευγενία, γυναίκα του παιδιού του Ευγένιου που την εποχή εκείνη ήταν στο ταξίδι και την κόρη του Αλεξάνδρα, σύζυγο του δικηγόρου Λεωνίδα Γεωργίτση. Την στιγμή αυτή ο δωδεκάχρονος Περικλής, παιδί της Αλεξάνδρας, τους παρακαλεί, αντί της μάνας του να πάρουν αυτόν, γιατί η μάνα του έχει πολύ μικρό παιδί και το θηλάζει.
Στα λόγια του Περικλή συμφωνούν και οι ληστές και παίρνουν ως αιχμαλώτους τη Ευγενία και τον Περικλή και ζητούν για την ξαγορά τους 5000 λίρες.
Ανενόχλητοι βαδίζουν προς τα βόρεια του χωριού και φτάνουν στο εξωκλήσι Άγιος Μηνάς, όπου τους περίμενε άνθρωπός τους με μουλάρι. Βάζουν καβάλα στο ζώο τους αιχμαλώτους , φεύγουν προς την Μπιντιλάγια, βοσκότοπος των κοινοτήτων Βραδέτου και Τσεπελόβου και από εκεί για την Αστράκα. Η Αστράκα είναι 6 ώρες από το Κουκούλι. Πού τους πήρε η μέρα δεν γνωρίζουμε, όπως δεν γνωρίζουμε αν βάδιζαν συνέχεια ή με το ξημέρωμα κρύφτηκαν κάπου ώσπου να νυχτώσει.
Φτάνουν στην Αστράκα, κάτω από τα κονάκια του τσέλιγκα Δημήτρη Γιαννακού, του κολαούζου των. Εκεί είναι η σπηλιά της Κουρκούτως. Έχει το όνομα αυτό γιατί το 1884 άλλοι ληστές εκεί είχαν κρύψει την Μονοδεντρίτισσα Κουρκούτω ώσπου να πάρουν την ξαγορά. Ο Αβάλος που γράφει ο κ. Ευριπίδης Μακρής, ότι πήγαν εκεί τους αιχμαλώτους, είναι βουνό της Λεσινίτσας (Βρυσοχώρι) και αρκετές ώρες μακριά από τα κονάκια του Δημήτρη Γιαννακού.
Η ανωτέρω σπηλιά βρίσκεται ανάμεσα στις δύο Κουκουλιώτικες στάνες σ ένα ρέμα όπου τα νερά του τον χειμώνα χύνονται στον Βίκο όχι στο ρέμα της Λεφτοκαρυάς, δυτικότερα απ αυτό. Προχωρούμε αρκετά το ρέμα όπου σχηματίζεται καταρράκτης ύψους περίπου 8–10 μέτρα. Στο βάθος του καταρράκτη σχηματίζεται πλατύ μέρος σαν αλώνι και στο αριστερό μέρος του αλωνιού μέσα στους βράχους βρίσκεται η σπηλιά. Εκεί πήγαν τους αιχμαλώτους.
Ο καπετάν Κόντος αφήνει σαν φύλακες των αιχμαλώτων δύο ληστές και αυτός με τους υπόλοιπους φεύγουν ανατολικά προς τα βουνά του Βραδέτου. Τους σκλάβους και τους δύο φύλακες ληστές τους τροφοδοτούσε η στάνη του Κολαούζου Δημήτρη Γιαννακού.
Όταν ρώτησα τη θειά – Τάσαινα, κόρη του Δημήτρη Γιαννακού, 17 χρονών τότε, τι τους δίνατε για φαΐ και ποιος το πήγαινε σ’ αυτούς, μου απάντησε:
«Είχαμαν, πιδί μ,μπιζιρίς, να φκιάνουμε πίττες να φάν. Έπαιρναν και ψωμί, τυρί, γιαούρτι κι κριάς. Τέτοια είχαμαν, τέτοια τς έδιναμαν.
Έρχονταν κάθε βράδυ, νύχτα, ένας παρακάτ απ τα κονάκια κι εκεί τα πάενε ένας άντρας θκός μας».
Τους είδες εσύ θειά τους σκλάβους;
«Ούτε κλέφτες, ούτε σκλάβους είδαμαν εμείς οι γναίκες και τα λιανόπαιδα.
Δεν μας άφναν οι άντρες να κάμωμε κάτ απ τα κονάκια, είναι κλέφτες, μας έλεγαν, ούτε πόσοι ήταν.
Οι άντρες είχαν άλλο φόβο. Εμείς πιδί μ, έκατσαμαν μέσα στο χωριό 19 καλοκαίρια, θα μας γνώριζε η σκλάβα ολνούς απ την στάνη μας.
Η φαμπλιά τα πατέρα μ, έκατσαμαν τρία χρόνια παρέκει απ το σπίτ τσ σκλάβας, στο σπίτ της Τσιολέκως, είμασταν γειτονιά».
Κι όμως η σκλάβα κατάλαβε πού βρισκόταν: κάπου-κάπου γκάριζε το γαϊδούρι του τσέλιγκα. Το άκουσε η σκλάβα και το γνώρισε από το γκάρισμα, ότι ήταν του Δημήτρη Γιαννακού, γιατί, όπως είπαμε, ήταν γειτονιά με την σκλάβα και για δουλειές τους το φέρνανε από το βουνό στο χωριό.
Όταν η σκλάβα γύρισε ελεύθερη στο χωριό είπε:
«Απ τη σπηλιά που μας είχαν, άκουγα το γαϊδούρι του Γιαννακού, το γνώρισα απ το γκάρισμά του».
Την πληροφορία αυτή μου την έδωσε ο δάσκαλός μου Κώστας Λαζαρίδης.

Ας αφήσουμε τους ληστές και τους σκλάβους κι ας γυρίσουμε στο Κουκούλι.
Οι Κουκουλιώτες το πρωί στις 15 Ιουλίου ειδοποιούν τον Μουδερλίκι Τσεπελόβου και ο Μοδίρης ειδοποιεί τον Γενικό Διοικητή Ιωαννίνων. Επίσης ειδοποιούν και τον Λεωνίδα Γεωργίτση. Ραγίζεται η πατρική καρδιά στο διάβασμα του τηλεγραφήματος κι ετοιμάζεται να ανέβει στο Κουκούλι. Φόβος και τρόμος έπιασε τους πλούσιους Κουκουλιώτες και των άλλων χωριών του Ζαγορίου, μήπως κι αυτοί έχουν την ίδια τύχη. Γνώριζαν πολύ καλά πως τα βουνά και τα λόγγα της περιοχής των ήταν γεμάτα ληστές.
Ο Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων διατάσσει την καταδίωξη των ληστών και στέλνει πολυάριθμο Τουρκικό στρατό με διοικητή τον αξιωματικό Αλαή – Μπέη, που ανεβαίνει στο Κουκούλι, πηγαίνει στο σπίτι του γέρο-Ανδρέα και από εκεί στο Τσεπέλοβο. Την άλλη μέρα ανεβαίνει προς τα Βραδετινά βουνά. Με διαταγή του συλλαμβάνονται όλοι οι τσελιγκάδες της περιοχής κι άλλοι τσομπάνηδες. Δεμένους τους συγκέντρωσε σε μια μεγάλη λάκα κάτω από την Γκαμήλα, που είναι η ψηλότερη κορυφή της Τύμφης.
Ο Λεωνίδας ανεβαίνει το ταχύτερο στο χωριό στο σπίτι του πεθερού του. Μαθαίνει απ αυτόν τα της ληστείας, την αιχμαλωσία του παιδιού του και της Ευγενίας και το τίμημα της ξαγοράς αυτών, που έφτανε τις 5000 λίρες. Οι ληστές έλεγαν:
«Την ξαγορά, αλλιώς ελάτε να πάρετε τα κεφάλια τους».
Ανεβαίνει στο Τσεπέλοβο και προσπαθεί κρυφά απ το Τούρκο Μουδίρη να βρει Σαρακατσάνο τσέλιγκα ή τσομπάνο που να ξέρει που είναι οι ληστές για να στείλει γράμμα στον αρχηγό τους. Ένας Σαρακατσάνος, ο Νάκος Καρβούνης που έλαβε μέρος στην ληστεία, τώρα σαν κολαούζος βρίσκεται στο Τσεπέλοβο άοπλος και ντυμένος με λερωμένα ρούχα τσομπάνου σαν ήσυχος και ανήξερος άνθρωπος προσφέρεται, να πάει αυτός να βρει τους ληστές. Ο Καρβούνης φεύγει για τα βουνά με γράμμα του Λεωνίδα. Πηγαίνει κι έρχεται μεταξύ Λεωνίδα και ληστών 3 η 4 φορές. Τι έγραφαν τα γράμματα της ανταλλαγής κανένας δεν ξέρει. Αποδεικνύεται όμως πώς ο Λεωνίδας δεν είχε τόσα χρήματα που ζητούσαν οι ληστές και θα τους παρακαλούσε να συγκατατεθούν σε λιγότερα.
Αφού οι ληστές άφησαν τους αιχμαλώτους τους στην σπηλιά της Κουρκούτως με δύο συντρόφους των για φύλακες, γύριζαν από στάνη σε στάνη των τσελιγκάδων Βραδέτου και Τσεπελόβου για αρκετές μέρες. Τους τάϊζαν οι τσελιγκάδες. Λημέρι είχαν μια σπηλιά στην τοποθεσία «Αρφανόρος» περιοχής Βραδετινού βουνού κάτω απ την Γκαμήλα. Ο Αλαή – Μπέης, πιο κάτω απ την σπηλιά που δεν την γνώριζε, είχε δεμένους τσελιγκάδες και τσομπάνους και τους έδερνε να μαρτυρήσουν πού είναι οι ληστές. Κανένας απ αυτούς δεν γνώριζε το λημέρι τους κι έλεγαν:
«Δεν ξέρω».
Οι κολαούζοι μόνο ήξεραν. Τους έδερνε και τους έκανε για το στρώμα. Όταν όμως άρχισαν να κτυπούν τον Κολιό Λαδιά (αδελφός του κολαούζου) και τον έδερναν που έβγαλε αίμα απ το στόμα του, δεν βάσταξε άλλο το ξύλο και τους είπε:
«Αφήτε με, μη με βαρήτε άλλο και θα σας μαρτυρήσω πού είναι οι κλέφτες. (Σημ. Οι Σαρακατσάνοι τους ληστές τους έλεγαν κλέφτες) και τους έδειξε απέναντι στον Αρφανόρο τη σπηλιά, το λημέρι των ληστών :
« Ιά εκεία ιά είναι».
Σταμάτησε ο ξυλοδαρμός. Όσοι είχαν δαρθεί βογκούσαν από τους πόνους και δεμένοι ακόμη στα χέρια. Τους τσελιγκάδες δεμένους τους στέλνει στο Τσεπέλοβο, στον Μοδίρη. Καταστρώνει το σχέδιό του να πιάσει ζωντανούς τους ληστές. Ένα τμήμα της δύναμής του το στέλνει δυτικά από την σπηλιά για να μην φύγουν οι ληστές προς το Ρομπόζι (μεγάλη λούτσα) για τα Παπιγγιώτικα βουνά, άλλο τμήμα ανατολικά της σπηλιάς για να μην φύγουν οι ληστές προς τις Τσεπελοβίτικες στάνες κι αυτός με ένα τμήμα προχωρεί λίγο προς την σπηλιά. Από το μέρος αυτό αρχίζουν να πυροβολούν προς το μέρος της σπηλιάς. Οι ληστές κατάλαβαν ότι προδόθηκαν, δεν πυροβολούσαν και περίμεναν τους Τούρκους να πλησιάσουν.
Κάποια στιγμή ο Καπετάν Κόντος πέταξε κάτω απ την σπηλιά την κάππα του για να ιδεί αν οι Τούρκοι έχουν επισημάνει την σπηλιά. Με το ρίξιμο της κάππας πέφτουν αμέσως πολλοί Τούρκικοι πυροβολισμοί και η κάππα τρυπιέται σε πολλά μέρη. Κατάλαβε ο Κόντος ότι η κατάσταση είναι δύσκολη. Σηκώνει κι ο Αλαή Μπέης ένα σακίδιο για να καταλάβει αν οι ληστές είναι καλοί σκοπευτές και το σακίδιο τρυπιέται από τις σφαίρες των ληστών. Η ανταλλαγή των πυροβολισμών συνεχίζεται για αρκετή ώρα. Πηδά ο Κόντος από την σπηλιά, πιάνει ένα κοτρόνι ως μετερίζι, κι από εκεί πυροβολώντας δεν αφήνει τους Τούρκους να ξεμυτίσουν.
Σιγά σιγά και οι άλλοι ληστές με την προστασία των πυρών του Κόντου πηδούν απ την σπηλιά και πολεμώντας φεύγουν ανατολικά προς το Αβάλο, βουνό της Λεσινίτσας (Βρυσοχώρι). Οι Τούρκοι του κυνηγούν από μεγάλη απόσταση.
Σε κάποιο σημείο, ενώ ο Κόντος είχε το όπλο στις πλάτες του όπως ο τσομπάνος την κλίτσα του, έρχεται μια σφαίρα και τον πληγώνει στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού.
Παίρνει να νυχτώσει. Απ το Αβάλο στρίβουν προς τα Λαϊστινά βουνά και νύχτα φτάνουν στην στάνη του Σπύρου Τάγγα (πατέρας του μπάρμπα Μήτρου Τάγγα). Έφαγαν κρέατα, πίττες, οι γυναίκες έφτιαξαν αλοιφή κι έδεσαν το πληγωμένο δάκτυλο του Κόντου, Νύχτα έφυγαν απ την στάνη του Σπύρου Τάγγα, αφού πήραν και ψωμί στα τροβάδια των και τους πήρε η μέρα στην Τσούκα της Λάϊστας. Εκεί βοσκούσε η λακνιά του Σπύρου και βαλμάς ήταν ο Κούλης Μπάρκας, συγγενής του ληστή Κατσαρού. Τους είδε, το είδαν, άλλαξαν το γειά σου και φεύγουν ανατολικά. Περνούν πάνω από το Τσερνέσι (Ελατοχώρι) και φτάνουν στα λειβαδάκια του Φλαμπουραρίου κι από εκεί ρίχτηκαν πέρα από το ποτάμι που κατεβαίνει από τα Μετσοβίτικα Τσαϊρια και βγήκαν και λημέριασαν στην τοποθεσία «Αυτιά Αρκούδας».
Οι Τούρκοι που τους κυνηγούσαν, το βράδυ που οι ληστές ήταν στην στάνη του Τάγγα, αυτοί κάθισαν στα τσαϊρια του Γυφτόκαμπου Σκαμνελίου. Το πρωί ξεκίνησαν για την Τούμπα της Λάιστας, είχαν μαζί τους κι ένα σκυλί. Παίρνουν τον ντορό (τορό) των ληστών και το μεσημέρι φτάνουν στα Φλαμπουραριώτικα τσαϊρια. Εκεί χάνουν τον τορό, γιατί οι ληστές μπήκαν μέσα στο νερό για να περάσουν το ποτάμι, και κάθισαν στα τσαϊρια να φάνε. Το σκυλί οσμίστηκε τους ληστές κι άρχισε να γαυγίζει. Οι ληστές που βρισκόταν απέναντι, έβλεπαν τους Τούρκους. Τότε λέει ο Κόντος στον σύντροφό του τον Κατσαρό (Κώστας Μπάρκας) που ήταν άριστος σκοπευτής: «Βάρτο Κώστα». Σκοπεύει ο Κατσαρός, πυροβολεί και το σκυλί έπεσε κάτω χτυπημένο.
Από εκεί φεύγουν προς τον κάμπο του Μετσόβου κι όποιους εύρισκαν στον δρόμο τους έλεγαν να μαρτυρήσουν ότι πέρασαν ληστές. Σκοπός τους ήταν να απομακρύνουν τους Τούρκους από το λημέρι που ήταν οι αιχμάλωτοι.
Από τα Μετσοβίτικα τσαϊρια οι ληστές, έπειτα από τις 25 Ιουλίου, γύρισαν δυτικά, κρυφτήκαν στα δάση των Ριζιανών, της Τζοντίλας (Δίκορφο) ως την Κουκουλιώτικη Πετούρνα.
Τους τσελιγκάδες που είχε πιάσει ο Αλαή Μπέης κι είχε στείλει στο Τσεπέλοβο, ο Μοδίρης τους στέλνει στα Γιάννενα και φυλακίστηκαν. Μεταξύ των τσελιγκάδων ήταν: ο Δημήτρης Γιαννακός (κολαούζος), ο Κωνσταντής Γιαννακός, αδελφός του Δημήτρη, ο Μήτρος Τσουμάνης, ο Καπρινιώτης, ο Θανάσης Τάγγας, ο Σπύρος Κ. Τάγγας, ο Παναγιώτης Καζούκας, ο Δόσης, ο Γάκης Καψάλης, ο Κουτσοθόδωρος, ο Νικολάκης Ακρίβης, ο Δημητράκης Τσουμάνης (Λαλάς) και άλλοι. Τους φυλάκισαν γιατί ο Λαδιάς που τους μαρτύρησε που βρίσκονταν οι ληστές, απ το πολύ ξύλο που έφαγε, τους είπε ότι
«Τς κλέφτες τς φλάν οι τσελιγκάδες».
Ο Γενικός Διοικητής Ιωαννίνων το μεσοχείμωνο του 1892 συγκέντρωσε όλους τους φυλακισμένους στα Γιάννενα τσελιγκάδες, πλην του Κουτσοθόδωρου που τον είχαν στην απομόνωση, και τους είπε πως αν σε 6 μήνες δεν παραδώσετε τους ληστές θα σας στείλω όλους εξορία στο Μπεράτι. Οι τσελιγκάδες του απάντησαν: Να ρωτήσουμε και τον Κουτσοθόδωρο, (ήταν πολύ έξυπνος τσέλιγκας) κι εκείνος τους είπε: « Ναι, θα υπογράψουμε όλοι» κι αφού υπέγραψαν αποφυλακίστηκαν την Μεγάλη Παρασκευή του 1892.
Στο χρονικό όμως διάστημα των 9 μηνών που είχαν μείνει στην φυλακή, από τις κακουχίες, αρρώστια και πείνα είχαν πεθάνει τρεις: Ο Σπύρος Κ. Τάγγας (πατέρας του μπαρμπα Μήτρου Τάγγα του πληροφοριοδότη μου), ο Καπρινιώτης και ο Δόσης. Πολλοί Σαρακατσάνοι λένε πως οι τσελιγκάδες πλήρωσαν από 200 λίρες κι αποφυλακίστηκαν, πράγμα που είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς.
Έπειτα από πολλές μέρες από την μέρα της ληστείας, με την ανταλλαγή των επιστολών που έκανε ο Λεωνίδας με τους ληστές, κατόρθωσε να τους πείσει να συγκατατεθούν σε λιγότερα από 5000 λίρες και από μια φορεσιά για τον κάθε ληστή (φουστανέλα, τσαρούχια, ρολόι), γιατί ήταν αδύνατον να συγκεντρώσει το ποσόν που ζητούσαν. Αργότερα μαθεύτηκε από τους κολαούζους ότι η ξαγορά ήταν 3000 λύρες. Δανείστηκε χρήματα, συμπλήρωσε το ποσό των 3000 λιρών, αγόρασε και τις φορεσιές κι όλα αυτά στέλνονται με δύο δικούς του ανθρώπους στους κολαούζους, χωρίς να μάθουν τίποτα οι Τουρκικές αρχές.
Ο Καρβούνης ειδοποιεί τους δύο φύλακες που κρατούσαν τους αιχμαλώτους, με καβούλι συνάντησης την Πετούρνα Κουκουλίου, να κατέβουν με τους αιχμαλώτους, γιατί ο Πλακίδας έφερε την ξαγορά. Έτσι κι έγινε. Κατέβηκαν οι ληστές με τους αιχμαλώτους αφήνοντας την σπηλιά της Κουρκούτως και κρύφτηκαν στο δάσος της Πετούρνας. Εκεί έμειναν δύο μέρες. Καβούλι για την παράδοση της ξαγοράς ήταν το Γυφτοκλήσι των Νεγάδων και την ξαγορά με τα ρούχα τα παραλαμβάνει ο χρήστος Λαδιάς.
Την άλλη μέρα, 4 Αυγούστου, οι δύο φύλακες ληστές αφήνουν ελεύθερους του αιχμαλώτους να γυρίσουν στο σπίτι τους και αυτοί με τον Λαδιά φεύγουν ανατολικά και συναντούν τον Κόντο με τους άλλους ληστές λίγο πιο πέρα απ το Γυφτοκλήσι. Ακούστηκε τότε στον Σαρακατσάνικο κύκλο πως οι ληστές άφησαν για τους φυλακισμένους τσελιγκάδες 200 λίρες που ποτέ δεν έφτασα σ αυτούς. Τις κράτησε ο Λαδιάς. Πόσα πήραν οι κολαούζοι δεν μαθεύτηκε.
Οι αιχμάλωτοι γύρισαν στο χωριό, στο σπίτι τους, οι δε ληστές φεύγουν και φτάνουν στο Περτούλι Τρικάλων. Εκεί σ ένα αρχοντικό καταλύουν και μοιράζονται τα χρήματα, ενώ τα κοσμήματα, βραχιόλια, δαχτυλίδια, περιδέρια, σταυρούς, όλα χρυσά, τα πήρε σαν μερίδιο ο Περτουλιώτης Βλάχος άρχοντας.
Ο μακαρίτης δάσκαλός μου Κώστας Λαζαρίδης μου είπε πως οι νύφες του Περτουλιώτη άρχοντα τσακώθηκαν μεταξύ τους ποια θα πάρει τα καλύτερα και περισσότερα. Την πληροφορία αυτή μου την έδωσε και ο Θόδωρος Διαμάντης, Σαρακατσάνος (1881), όταν υπηρετούσα στα Ηλιοβούνια Πρέβεζας το 1961.
Αυτό ήταν το τέλος μιάς από τις πολλές ληστείες των αρχόντων του Ζαγορίου. Για την εποχή εκείνη ήταν κάτι το φοβερό με πολλά επακόλουθα. Οι ξενητεμένοι παίρνουν κοντά τους τώρα τις οικογένειές τους. Πολλοί απ αυτούς που έμειναν στα χωριά κατεβαίνουν στις πόλεις για να ζήσουν εκεί ήσυχοι χωρίς τον φόβο των ληστών κι αυτά ήταν ένας απ τους πολλούς λόγους που ερημώνουν τα χωριά του Ζαγορίου.
Ο αρχιληστής Καπετάν Κόντος γυρίζει στα πρόβατά του. Δεν τα χάρηκε όμως. Το άλλο καλοκαίρι ένας γείτονάς του τσέλιγκας τον σκότωσε, γιατί είχαν διαφορά στα σύνορα των λειβαδιών των.
Μεγάλες ληστείες στον Ηπειρωτικό χώρο μετά την απελευθέρωση ήταν η της Πέτρας το 1926 και των Μελά – Μυλωνά το 1928.
Οι ληστές Νταβέληδες, Κόντος, Αποστολάκης, Ρετζαίοι κι άλλοι έφυγαν κι αυτοί από τα βουνά και κατέβηκαν στις πόλεις και τώρα κουστουμαρισμένοι και γραβατωμένοι όχι μόνο μας ληστεύουν αλλά μας καταληστεύουν..

 

 

father.jpg


Χρήστος Παν. Τσουμάνης
Φιλιππιάδα Απρίλιος 2008