Η λαϊκή κατοικία ενός τόπου, θεωρητικά, θα πρέπει να μελετηθεί ως συνέχεια της πανάρχαιας κατοικίας που αναπτύχθηκε στον ίδιο γεωγραφικό και πολιτιστικό χώρο.
Ποιες όμως μπορεί να είναι οι αναντήρητες σχέσεις της ανεξάρτητης μονάδας ή των εν σειρά κατασκευών στους αστικοποιημένους οικισμούς είναι πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί. Η δυσχέρεια αυτή οδήγησε τους σύγχρονους μελετητές να χρησιμοποιήσουν διάφορα μεθοδολογικά εργαλεία που κινούνται οριακά μεταξύ μορφών, δομών, κοινωνίας και πολιτιστικών στιγμών. Η δυσκολία φυσικά γίνεται μεγαλύτερη από την έλλειψη πλήρων και σαφών καταγραφών του οικοδομικού πλούτου της πατρίδας μας.


Το Ζαγόρι αποτελεί μία ορεινή γεωγραφική ενότητα.. Είναι περιοχή καθορισμένη από τα βουνά και τα ποτάμια συστήματα που την περιβάλλουν, μοναδική στην Ελλάδα τόσο για το κάθε άλλο παρά μονότονο τοπίο της, όσο και για την ιστορία και την ευμάρεια των οικισμών της κατά τους 18ο και 19ο αι., οπότε και διαμορφώθηκε η αρχιτεκτονική που θα παρουσιάσουμε.
Η εξέλιξη του οικιστικού πλέγματος του κατά τους αιώνες αυτούς, φέρει σημάδια παρόμοιων φαινόμενων που παρατηρούνται κυρίως στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο και διαμορφώνεται σε δύο κυρίως άξονες:
Α) υπάρχει ένα προηγούμενο πλέγμα ημιορεινών οικισμών της βυζαντινής εποχής, το κέντρο του οποίου μετακινείται ανάλογα με τα ιστορικά γεγονότα.
Β) διενέξεις των τοπικών φεουδαρχών, η οθωμανική διοίκηση, το ληστρικό φαινόμενο και κυρίως η εξέλιξη των πατριαρχικών ποιμενικών φύλων σε χωριά που γνωρίζουν την ακμή τους μετά τα μέσα του 18ου αι.
Όπως μαρτυρείται εξάλλου, η κοινωνία και η οικονομία του Ζαγοριού, διαμόρφωσαν στα νεότερα χρόνια τον φυσικό χώρο σε κατάλληλο για διαβίωση περιβάλλον αποτυπώνοντας σε αυτόν τον πολιτισμό που παρήγαγαν. Η προσεκτική εξέταση του χώρου αυτού σε συνδυασμό με τις τρεις ζώνες βλάστησης που είναι εμφανείς στην περιοχή, με την παραγωγική δραστηριότητα και την εθνολογική συγκρότηση, μας δίδουν και την μορφή του πολιτιστικού προϊόντος. Η αλπική ζώνη (χλόη) αντιστοιχεί στους Σαρακατσαναίους, οι δασικές εκτάσεις στα βόρεια και ανατολικά στους Βλάχους και η ζώνη του μικτού συστήματος στους υπόλοιπους Ζαγορίσιους κατοίκους. Με βάση τα γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής, οι οικισμοί διακρίνονται σε δύο ενότητες. Η μία ομάδα εντοπίζεται στο κεντρικό και δυτικό Ζαγόρι όπου κυριαρχεί ο ασβεστόλιθος και η άλλη στο ανατολικό όπου υπερτερεί ο αργιλικός ασβεστόλιθος. Οι διαφοροποίησες αυτές καθορίζουν κα την αισθητική του οικιστικού τοπίου. Έτσι στο κεντρικό και δυτικό Ζαγόρι όπου κυριαρχούν τα γυμνά βράχια, ο χαρακτήρας των οικοδομημάτων είναι περισσότερος αυστηρός και μορφολογικά ενταγμένος στον περίγυρο. Στο ανατολικό Ζαγόρι ο αργιλικός ασβεστόλιθος – βλέπε περισσότερα επιφανειακά ρέοντα ύδατα και περισσότερο εκμεταλλεύσιμη ξυλεία- δένονται περισσότερο με τα χώματα του χωραφιού και το χρώμα της αγριάδας.
Καθρέπτη της ευμάρειας του αγροτικού αυτού χώρου αποτελεί το δομημένο περιβάλλον, με κατασκευές ιδιαίτερα επιμελημένες που ανήκουν εκτός από τις κατοικίες στα θρησκευτικά κτίσματα, στους διαμορφωμένους κοινόχρηστους χώρους, τις οδικές αρτηρίες με γέφυρες και άλλα έργα οδικής επικοινωνίας. Στην περιοχή διαμορφώθηκε μία αρχιτεκτονική που συνδυάζει την αμυντική ικανότητα των κτισμάτων και τον πλούτο των κατοίκων, με σπίτια αρχοντικά, λιθόστρωτους δρόμους, πλατείες και ελεύθερους χώρους.
Οι πρώτοι συγκροτημένοι οικισμοί στην περιοχή αναφέρονται ήδη από τον 14ο αι. ενώ φαίνεται ότι κατά τους 15-16ο αι. απέκτησαν τις διαστάσεις που έχουν και σήμερα. Την ιδιαίτερη όμως αρχιτεκτονική τους φαίνεται ότι την απέκτησαν κατά τον 17ο αι. για να ολοκληρωθεί στα μέσα του 19ου.
Πρόκειται για κοινωνίες αυτοκαταναλωτικές που δεν ανήκουν στο μεταπρατικό χώρο και δεν υπάρχουν έντονες ταξικές διαφοροποιήσεις. Η επιλογή της θέσης των οικισμών που σήμερα ο αριθμός τους φθάνει τους 45, φαίνεται ότι έγινε με βάση την γεωμορφολογία (επικλινή εδάφη για αποστράγγιση ), την απόσταση από τους χώρους εργασίας, την ανάγκη σύνδεσης των οικισμών μεταξύ τους και την οπτική επαφή, την ασφάλεια με την απομάκρυνση από τους μεγάλους οδικούς άξονες, την ύπαρξη χώρων βόσκησης μικρόσωμων οικόσιτων ζώων και την ύπαρξη νερού. Οι οικισμοί έχουν αμυντικό χαρακτήρα, όπου το κάθε σπίτι είναι υπεύθυνο για την ασφάλειά του και όλα μαζί για τον οικισμό. Έχουν ένα κέντρο την πλατεία ή μεσοχώρι και γύρω οι συνοικίες. Στο κέντρο εντοπίζονται η εκκλησία, το σχολείο, τα λίγα καταστήματα και τα διοικητικά κέντρα.
Το Ζαγορίσιο σπίτι είναι κατά κανόνα διώροφο ή τριώροφο χωρίς βέβαια να λείπουν και τα πολυώροφα σπίτια. Τα σχήματα των κατόψεων που συναντάμε είναι συνήθως απλά. Χωρίς διακόσμηση στο εξωτερικό, με ανοίγματα μόνον στον όροφο, πολεμίστρες- φωτιστικές σχισμές στο ισόγειο, επιβάλλεται με το βαρύ συμπαγή όγκο του. Διακρίνεται από τον ιδιαίτερο τρόπο επεξεργασίας της πέτρας, που απορρέει από την μοναδική γεωλογική σύσταση των ορεινών όγκων της περιοχής. Η πέτρα παράγεται κατά στρώματα, όπως ακριβώς συναντάτε και στις κατασκευές. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις του υλικού κατασκευής μεταξύ ανατολικού και δυτικού Ζαγορίου. Το δυτικό, άνυδρο Ζαγόρι, κυρίως χαρακτηρίζεται από την λευκή ασβεστολιθική πέτρα ενώ το ανατολικό, περισσότερο ένυδρο και δασωμένο, από την γκρίζα αργιλική. . Δεν υπάρχουν όμως ιδιαίτερες μορφολογικές διαφορές στην αρχιτεκτονική σύνθεση, γεγονός που οφείλεται στις ομοιόμορφες κοινωνικές δομές των περιοχών.
Στα χωριά της περιοχής όλα τα σπίτια χαρακτηρίζονται ως αρχοντικά. Έχουν ορθογωνική κάτοψη, τετράγωνη, παραλληλόγραμμη, σε Γ και Π. Η τυπολογία τους έχει άμεση σχέση με την χρονολογική τους εξέλιξη. Μπορούμε με ασφάλεια να διακρίνουμε τις παρακάτω κατηγορίες σπιτιών. Τα παλαιά σπίτια που διαμορφώθηκαν όπως θα δούμε παρακάτω σε τρις φάσεις μέχρι το 1850-60 και ο τελευταίος τύπος σπιτιού που διαμορφώθηκε μετά το 1870-80.
Τα παλαιά σπίτια κατανέμονται σε τρεις τύπους.
Α. Τα σπίτια που διαμορφώθηκαν γύρω στα 1650 και συναντώνται σπάνια, συνήθως ενσωματωμένα σε άλλες μεταγενέστερες κατασκευές. Είναι μικρά συνήθως σε εμβαδόν και περιλαμβάνουν υπερυψωμένο υπόγειο και χαμηλό ισόγειο. Ένα ή δύο δωμάτια στον όροφο εξαντλούν τους χώρους κατοικίας, ενώ στο υπόγειο φιλοξενούν αποθήκες ή στάβλους. Η σκάλα ανόδου τοποθετείται κατά κανόνα στο εξωτερικό. Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι στα κτίρια αυτά δεν υπάρχει χώρος τζακιού και εκτός της θύρας εισόδου σπάνια υπάρχουν παράθυρα. Η θέρμανση επιτυγχάνεται με το άναμμα της φωτιάς ελεύθερα κοντά σε έναν από τους εξωτερικούς τοίχους και ο καπνός εξέρχεται ελεύθερα από τη στέγη. Δεν υπήρχαν κρεβάτια ή άλλες ανέσεις. Η ζωή της οικογένειας εξαντλούνταν συνήθως εκτός σπιτιού.
Β. Μετά το 1700 και ως το 1750, εμφανίζεται ένας άλλος τύπος σπιτιού που οφείλει την καταγωγή του στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο. Είναι κατά κανόνα διώροφο σπίτι και περιλαμβάνει 4 χώρους στον όροφο, με σαφή λειτουργία. Κουζίνα, χειμερινό και καλοκαιρινό δωμάτιο και δωμάτιο υποδοχής των ξένων. Το ισόγειο, που ακολουθεί την ίδια διάταξη, χρησιμοποιείται για τα ζώα και ως αποθήκη. Στο χειμερινό υπνοδωμάτιο υπάρχει τζάκι και φούρνος κουζίνα. Είναι σαφώς μεγαλύτερο και ψηλότερο από το προηγούμενο και καλύτερης ποιότητας κατασκευής. Λίγα αλλά συμμετρικά παράθυρα ανοιγμένα κυρίως στην νότια όψη φωτίζουν το εσωτερικό. Η κατασκευή τους είναι από πέτρα κατά το ισόδομο σύστημα με επαρκείς διατομές που διασφαλίζουν τους ενοίκους από τους σεισμούς.
Γ. Ο τρίτος τύπος σπιτιού διαμορφώθηκε από τα τέλη του 18ου αι. και ολοκληρώνεται στον ύστερο 19. Είναι η εποχή που οι κάτοικοι της περιοχής ταξιδεύουν, δημιουργώντας τους γνωστούς εμπορικούς οίκους στις μεγαλύτερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ιδιαίτερη νομοθεσία, εξασφαλίζει μειωμένη φορολογία, και την απουσία Οθωμανών από την περιοχή, άρα περισσότερη ελευθερία. Το σπίτι γίνεται δηλωτικό του πλούτου του ιδιοκτήτη. Σπάνια επιδιορθώνεται το παλαιό. Νέα κτίρια μεγάλα σε μέγεθος, με πολλά δωμάτια στον κάθε όροφο και πολυτέλεια στα υλικά χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή. Η δραστηριότητα του σταβλισμού απομακρύνεται από το σπίτι και κάθε χώρος αποκτά την δική του χρήση. Διακρίνονται οχυρωματικά στοιχεία που εξασφαλίζουν τον πλούτο των ιδιοκτητών. Το ιδιαίτερο γεγονός ότι οι ένοικοι του σπιτιού ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου γυναίκες και παιδιά, (οι άνδρες ταξίδευαν και εμπορεύονταν μακριά από το σπίτι), ώθησε τους κατασκευαστές να δίνουν μεγάλη προσοχή σε αυτό. Θα πρέπει βέβαια να σας υπενθυμίσω ότι κατά την περίοδο που αναφερόμεθα ήταν διαδεδομένο το φαινόμενο της ληστείας. Επιπλέον η ασυδοσία της οθωμανικής διοίκησης οδηγούσε σε πολεμικές ενέργειες. Ο όγκος του κτίσματος διαμορφώνεται ελεύθερα σε διάφορα γεωμετρικά στερεά, ενσωματώνονται ανοικτοί χώροι, στέγαστρα στο ισόγειο, στοές με τοξωτά υποστηρίγματα, και γενικά μεγάλα ανοίγματα αρμονικά τοποθετημένα στις όψεις χαρακτηρίζουν τα κτίσματα της εποχής. Εκεί όμως όπου διαπιστώνεται ιδιαίτερη φροντίδα είναι το εσωτερικό των σπιτιών. Περίτεχνα τζάκια, σκαλιστά ξύλινα διαχωριστικά και ακριβά έπιπλα γεμίζουν το εσωτερικό όλων σχεδόν των σπιτιών.
Η διακόσμηση των τοίχων θεωρείται κανόνας και η πολυχρωμία χαρακτηρίζει το εσωτερικό. Μεγάλες ζωγραφικές συνθέσεις καλύπτουν τους τοίχους, όπου μεταφέρονται με ναϊφ τρόπο αστικά τοπία και φυτικός διάκοσμός. Καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια το εσωτερικό το σπιτιών να γίνει κατά το δυνατόν άνετο τόσο λειτουργικά όσο και πνευματικά. Οι χώροι αποκτούν αυστηρή χρήση και διαχωρίζεται η ζώνη της ημερήσιας χρήσης από εκείνη της νύκτας. Πολλές δραστηριότητες μεταφέρονται στην αυλή η οποία περιβάλλεται από ψηλό τοίχο που αποτρέπει να βλέπει κανείς τις δραστηριότητες του σπιτιού. Εξωτερικά, εκτός από τον μεγάλο επιμελημένο όγκο του κτιρίου τίποτε δεν δηλώνει τον εσωτερικό πλούτο.
Ο τελευταίος τύπος σπιτιού, τα περισσότερα δείγματα του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα, διαμορφώθηκε μετά το 1870. Οι κάτοικοι γυρίζουν στα χωριά, οι λιθανάγλυφες επιγραφές το βεβαιώνουν. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το κλειστό χαγιάτι και η κλειστή κρεβάτα. Όπως αντιλαμβανόμεθα ο τύπος αυτός προήλθε από τον προηγούμενο με το κλείσιμο των καμαρών και την αντικατάσταση του ξύλινου τεπεγκιού με σκληρά υλικά. Η επιλογή αυτή της ορθολογικότερης χρήσης των λίθινων στοιχείων οδηγεί σε αντίστοιχες κατασκευαστικές λύσεις για την μαρκίζα και κάθε άλλο ευάλωτο εξωτερικό στοιχείο.
Φυσικά μετά τις προαναφερόμενες σύντομες προσεγγίσεις οφείλουμε να κατατάξουμε τα ζαγορίσια σπίτια και σε ευρύτερες τυπολογικές ομάδες που υπακούουν στην γενικότερη εικόνα του Ελληνικού παραδοσιακού σπιτιού.
Έτσι μπορούμε με ασφάλεια να αναγνωρίσουμε την πολυπληθή κατηγορία διώροφων σπιτιών της βόρειας Ελλάδας με κλειστό χαγιάτι σε ολόκληρη την όψη , την κατηγορία του διώροφου δίχωρου σπιτιού της βόρειας Ελλάδας με κλειστό χαγιάτι και επέκταση σχήματος Γ καθώς και τρίχωρο σπίτι με κλειστό χαγιάτι και επέκταση Γ.
Δεν είναι αμελητέα η ποσότητα των σπιτιών της ίδια κατηγορίας που χαρακτηρίζονται από διεύρυνση σε βάθος και κλειστό εσωτερικό χαγιάτι.
Μια σπουδαία κατηγορία είναι αυτή των αρχοντικών.
Τα οικοδομήματα αυτά ως προς τα τυπολογικά τους χαρακτηριστικά εμφανίζουν κατά μεγάλο μέρος συγγένειες με τους τύπους της ευρύτερης λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης αλλά δεν ταυτίζονται πάντα με αυτούς. Ένα μέρος τους φαίνεται να εντάσσεται πλήρως στο φάσμα της τυπολογίας της παράδοσης αυτής όπως διαμορφώθηκε κατά τόπους, ακολουθώντας ορισμένους από τους πιο αναπτυγμένους και εξελιγμένους τύπους της σε συνδυασμό κατά περίπτωση με κάποιες αυτοσχέδιες βελτιώσεις, προσθήκες και επεκτάσεις.
Μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής κατηγορίες. Αρχοντικά με ανοιχτό ή κλειστό χαγιάτι μπροστά και τους κύριους χώρους στο πίσω μέρος, που έχουν εμφανή σχέση με τον αντίστοιχο τύπο του λαϊκού ανωγοκάτωγου μακρυναριού. Την κατηγορία των αρχοντικών με χαγιάτι μπροστά και έναν πρόσθετο χώρο σε σχήμα Γ. Αρχοντικά με χαγιάτι μπροστά και τους άλλους χώρους γύρω από αυτό σε σχήμα Γ ελεύθερο. Και τον τύπο του σπιτιού με εσωτερικό – μεσαίο- χαγιάτι αλλά με εμφανείς κλασικίζουσες επιρροές, που σχετίζεται με τις νεότερες αρχοντικές κατοικίες του ηπειρωτικού χώρου.
Για να περιγράψουμε τη λειτουργία του σπιτιού θα χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα τους πλέον ανεπτυγμένους τύπους και κυρίως τα προαναφερόμενα αρχοντικά.
Το σπίτι αποτελεί στην πραγματικότητα συγκρότημα, που συνίσταται από την κυρίως κατοικία, τα βοηθητικά κτίσματα και η αυλή.
Το κυρίως σπίτι αποτελείται από το ισόγειο και τον ή τους ορόφους. Στο ισόγειο περιλαμβάνονται οι χώροι του χαγιατιού η σάλας, τα κελάρια η μπίμτσα και σπάνια το μαντζάτο.
Στον όροφο ή στους ορόφους έχουμε την κρεβάτα από όπου οδηγούμαστε στα υπόλοιπα δωμάτια, τον οντά και ένα ή περισσότερα μαντζάτα, -όταν η γεωμετρία το επιτρέπει- το μαγειριό, και πιο ψηλά άλλα δωμάτια, κυρίως τους φερόμενους ως γυνακωνίτες. ( ΠΛΑΚΙΔΑ)
Στα βοηθητικά κτίσματα περιλαμβάνονται το μαγειριό, η τουαλέτα, και η στέρνα και στην αυλή συναντάται κάθε είδους χρηστικής διαμόρφωσης.
Οι προαναφερόμενες σύντομες καταγραφές και κατατάξεις σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική εικόνα του πλήθους των αρχιτεκτονικών λύσεων που η αναγκαιότητα και ο συμβολισμός του αρχιτεκτονικού χώρου έχουν επιβάλει.
Μία αναγκαιότητα και ένας συμβολισμός που μπορούμε να μελετήσουμε αποδεχόμενοι καταρχήν την έννοια του ανθρωπογενούς τόπου. Η διερεύνηση αυτή θα μας αποκαλύψει τους διάφορους βασικούς τύπους ανθρωπογενών παραγόντων οι οποίοι θα μας βοηθήσουν στην κατανόηση της δομής του ανθρωπογενούς τόπου του Ζαγοριού, καθώς και την σχέση του με τον φυσικό του τόπο. Ο συνδυασμός αυτός θα μας αναδείξει το genius loci ως ολοκληρωμένο σύνολο.
Θα κλείσω την εισήγησή μου με μερικές σκέψεις του Κώστα Λαζαρίδη στο πρώτο και τελευταίο συνέδριο για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο Ζαγόρι τον Μάρτιο του 1980.
«Τότε που το λεκανοπέδιο των Γιαννίνων θα αποβεί τόπος κόλασης από την καταχνιά και την αντάρα, από την βρομιά των πτηνοτροφείων, τους καπνούς και τις αναθυμιάσεις των μικρών και μεγάλων βιομηχανικών εργοστασίων και από τα λογής λογιών καυσαέρια, το Ζαγόρι μας θα αποτελεί χώρο πραγματικής σωματικής και ψυχικής ανακούφισης»
Αφαιρέστε την λέξη Ζαγόρι και θα δούμε ξαφνικά μπροστά μας να αναδεικνύονται προφητικά όλα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και την σχέση του με τους παραδοσιακούς οικισμούς που καλούμαστε να διαχειριστούμε


ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.





Γιώργος Σμύρης
Dr. Αρχιτέκτων
Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών Τέχνης
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Κουκούλι 23 Ιουλίου 2010.