Όπως είναι γνωστό η χαράδρα του Βίκου αρχίζει από την θέση «Στενά» που είναι κάτω από το Τσεπέλοβο, κοντά στο μοναστήρι του Ρογκοβού και τελειώνει κοντά στο Πάπιγκο. Η όλη διαδρομή της χαράδρας είναι περίπου 20 χιλιόμετρα. Στα πρώτα 4 – 5 χιλιόμετρα η χαράδρα παρουσιάζει σημαντική γραφικότητα, γιατί είναι πολύ στενή, αποτελεί το τμήμα της χαράδρας που λέγεται «Βικάκης» ή «Πάνω Βίκος» και φτάνει μέχρι ανάμεσα από τα χωριά Κουκούλι και Κήποι.
Από εκεί και για 5 περίπου χιλιόμετρα η χαράδρα παίρνει άλλη μορφή. Το τμήμα αυτό αρχίζει από το γεφύρι του Κοντοδήμου ή Λαζαρίδη και τελειώνει στο γεφύρι του Μίσιου. Από εκεί και πέρα αρχίζει ο καθ’ αυτού Βίκος.

Το τμήμα αυτό της χαράδρας περικλείει το Κουκούλι από τρία μέρη: Ανατολικά, Νότια και Δυτικά και το χωρίζει από τα χωριά Κήποι, Δίλοφο και Βίτσα και Μονοδέντρι αντίστοιχα.
Στο τμήμα αυτό της χαράδρας υπάρχουν επίπεδα μέρη και από την μία και από την άλλη πλευρά του ποταμού, στα οποία βρίσκονται Κουκουλιώτικα χωράφια. Εκεί έχουν κατασκευαστεί από τα παλιά χρόνια και λειτουργούσαν τέσσερες υδρόμυλοι, όλοι από την Κουκουλιώτικη πλευρά, γιατί το μέρος ήταν προσήλιο και προσφέρονταν γι αυτό. Από τις απέναντι πλευρές, τις ανήλιες, οι βράχοι είναι μεγάλοι και μονοκόμματοι, δύσκολο μέρος για την κατασκευή μύλων.
Είναι άξιο παρατήρησης πως δίπλα από κάθε υδρόμυλο έχει γίνει κι από ένα θαυμαστό γεφύρι για να διευκολύνεται η επικοινωνία των χωριών στο ανοιχτότερο κάπως αυτό τμήμα της χαράδρας.
Γύρω από τον κάθε μύλο ή πολύ κοντά σ’ αυτόν υπήρχαν και 1 ή 2 χωράφια με καλαμπόκι ή τριφύλλι ή και οπωροφόρα δέντρα.


Ο πρώτος μύλος που συναντάει ο Βικάκης είναι του «Κοντοδήμου» ή «Λαζαρίδη» ανάμεσα στο Κουκούλι και στους Κήπους. Είχε ένα «μάτι», δηλαδή μόνο ένα ζευγάρι μυλόπετρες, αλλά είχε και μαντάνια και νεροτροβιά. Τον κατασκεύασε κάποιος Νούτσος Κοντοδήμος από το Βραδέτο, άγνωστο πότε, γι αυτό και πήρε και το όνομά του.
Στον μύλο αυτό αλέθανε και μαντάνιζαν τα ρούχα τους οι κάτοικοι από τα χωριά Κουκούλι, Κήποι, Καπέσοβο και Βραδέτο.
Ο μύλος αυτός πλεονεκτούσε έναντι των άλλων μύλων γιατί ήταν ο πρώτος στην πορεία του ποταμού και κατά την έναρξη του καλοκαιριού αργούσε να στερέψει το ρέμα του Βίκου.
Στα μέσα του 18ου αιώνα ο Κοντοδήμος έφτιαξε κοντά στον μύλο του και το μονότοξο γεφύρι, που έχει και αυτό το όνομά του.
Από τον Κοντοδήμο τον μύλο τον αγόρασε ο Αλέξης Βογάς από το Καπέσοβο, άγνωστο πότε.
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο μύλος αγοράστηκε από τον Γιάννη Λαζαρίδη, παππού του αείμνηστου Κώστα Λαζαρίδη μαζί με τα γύρω χωράφια στο ποσόν των 130 λιρών. Από τότε άρχισε να λέγεται «Μύλος του Λαζαρίδη», όπως και το γεφύρι, «Γεφύρι του Λαζαρίδη». Ο μύλος λειτούργησε ως το 1950 περίπου, ενώ τα μαντάνια του και η νεροτροβιά του λειτούργησαν ως το 1910 περίπου.
Το γεφύρι του «Κοντοδήμου» ή «Λαζαρίδη» σύμφωνα με τον Λαμπρίδη χτίστηκε το 1764 από τον Νούτσο Κοντοδήμο και σήμερα είναι «διατηρητέο ιστορικό μνημείο» (ΦΕΚ 239/30-06-1964).

Ο δεύτερος μύλος μετά του Κοντοδήμου είναι ο «Καλογερικός».
Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε, σίγουρα όμως πριν τον 16ον ή τον 15ον αιώνα. Παλιά έγγραφα του έτους 1672 αποκαλύπτουν ότι οι ιδιοκτήτες του ήταν πολλοί και ήταν από το Κουκούλι.
Από το 1696 το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία που ήταν στην Βίτσα άρχισε να ενδιαφέρεται για τον μύλο αυτό, γιατί ο Ηγούμενος και οι καλόγεροί του θεώρησαν ότι τα έσοδα απ’ αυτόν θα εξυπηρετούσε τους κοινωνικούς, εκπαιδευτικούς και θρησκευτικούς σκοπούς τους. Επειδή όμως οι ιδιοκτήτες του μύλου ήταν πολλοί, η μεταβίβαση όλων των μεριδίων του μύλου στο μοναστήρι διήρκησε 36 χρόνια και το μοναστήρι έγινε κύριος του μύλου το έτος 1732. Γι αυτό τον λόγο ο μύλος ονομάστηκε «Καλογερικός».
Επειδή κατ αρχάς τα έσοδα από τον μύλο αυτό ήταν πολλά, κάποιοι ιδιοκτήτες παρακείμενων εκτάσεων εκδήλωσαν την πρόθεση να κατασκευάσουν και αυτοί μύλο, κοντά στον «Καλογερικό». Κάτι τέτοιο όμως θα ελάττωνε τα έσοδα του «Καλογερικού» μύλου, πράγμα που οι καλόγηροι του μοναστηριού δεν δεχόταν με τίποτα. Έτσι λοιπόν κατάφεραν όχι μόνο να αποτρέψουν την κατασκευή του δεύτερου μύλου αλλά και να πείσουν τους ιδιοκτήτες να δωρίσουν την έκτασή τους στο μοναστήρι..
Και εντελώς ξαφνικά το έτος 1851 οι καλόγεροι του μοναστηριού αποφάσισαν να πωλήσουν τον μύλο. Τον αγόρασαν οι Κουκουλιώτες για να εξασφαλίσουν ένα πάγιο εισόδημα για τον μισθό των δασκάλων του χωριού.
Πρώτος μυλωνάς ήταν ο Δημήτριος Γριμπός από το Μονοδένδρι, με τον οποίο οι Κουκουλιώτες συνέταξαν και το «καταστατικό» της λειτουργίας του μύλου.

Έτσι λοιπόν:
1. Από τα έσοδα του μύλου ο μυλωνάς θα κρατούσε το 33% και η εκκλησία του Κουκουλίου το 66%.
2. Η αμοιβή του αλέσματος για μεν τους Κουκουλιώτες θα ήταν 30 παράδες ανά 100 οκάδες άλεσμα με 1 οκά φύρα, για δε τους υπόλοιπους θα ήταν 3 οκάδες ανά 100 οκάδες άλεσμα με 1 οκά φύρα, για δε την λειτουργία των μαντανιών και της νεροτριβής η τιμή θα ήταν γενικά 20 παράδες το «τυλιγάδιον» (= τόπι, βλάρ ).
3. Ότι έξοδα συντήρησης του μύλου απαιτηθούν θα βαρύνουν την εκκλησία, η δε χειρωνακτική εργασία, τον μυλωνά.
4. Ο μυλωνάς υπόσχεται τήρηση των παραπάνω και επιπλέον υπόσχεται ότι δεν θα δυσαρεστηθεί κανένας από τους πελάτες του.

Το 1852 οι Κουκουλιώτες ανέθεσαν στον Γεώργιο Κιοσσέ από το Κουκούλι να αλλάξει τις δύο μυλόπετρες γιατί οι παλιές είχαν φθαρεί.
Το 1853 νοίκιασαν τον μύλο για ένα χρόνο στον Αναστάσιο Γεωργίου από την Βελτσίστα (Κληματιά) για 725 γρόσια.
Κοντά στο τέλος του 19ου αιώνα ο μύλος αυτός όπως και οι άλλοι μύλοι της περιοχής, άρχισε να περνάει κάποια σοβαρή κρίση. Χρονιά με την χρονιά τα έξοδα για την συντήρηση και την επισκευή του μύλου και των άλλων εξαρτημάτων, (μαντανιών και νεροτροβιάς), ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα έσοδα. Και τούτο γιατί είχε αρχίσει να διαδίδεται η χρήση στα γύρω χωριά και στο χωριό μας των έτοιμων αλεύρων καθώς και η μη χρήση μάλλινων υφασμάτων. Έτσι λοιπόν οι Κουκουλιώτες διαπίστωσαν πως ήταν πλέον ασύμφορη η διατήρησή του και παραιτήθηκαν από κάθε φροντίδα για την επισκευή του ώσπου αυτός στο τέλος ερημώθηκε και γκρεμίστηκε.
Από τα παραπάνω αποδείχτηκε ότι οι Κουκουλιώτες είχαν πέσει πολύ έξω στους υπολογισμούς τους σε αντίθεση με τους καλόγηρους, γιατί αγόρασαν αυτόν τον μύλο σε μια περίοδο που το Ζαγόρι άρχισε να ξεπέφτει και να αραιώνει ο πληθυσμός του για διάφορες αιτίες (ιδιαίτερα τις ληστείες). Έπειτα ο μύλος δεν είχε ιδιοκτήτη, αλλά ήταν «χωριανικός», επιβεβαιώνοντας την γνωστή παροιμία «το χωριανικό το βόδι το τρώει ο λύκος».
Μέχρι το έτος 1932 φαινόταν οι ερειπωμένες τοιχοποιίες και το αυλάκι του που άρχιζε λίγο παρακάτω από το γεφύρι του «Κοντοδήμου». Τότε άρχισε τα έργα οδοποιίας ο Σύνδεσμος «Τύμφη» και άρχισαν να χαλούν τους ερειπωμένους τοίχους και να παίρνουν τις πέτρες για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου.
Το 1960 που ξανάρχισαν τα έργα οδοποιίας, στο μέρος που ήταν ο μύλος εγκατέστησαν σπαστήρα για την κατασκευή χαλικιού. Οι πέτρες από τους τοίχους του μύλου χρησίμευσαν σαν τα πρώτα υλικά για τον δρόμο. Έτσι χάθηκε κάθε ίχνος από τον παλιό μύλο. Ακόμα και το όνομα της τοποθεσίας άλλαξε, από μύλος καλογερικός πήρε το όνομα σπαστήρας.
Το 1967 εγκαταστάθηκε πάλι ο σπαστήρας στο μέρος που ήταν ο μύλος, γιατί χρειαζόταν χαλίκι για το στρώσιμο του δρόμου πέρα από τους Κήπους.
Κοντά στον «Καλογερικό» μύλο και λίγα μέτρα πιο κει βρίσκεται το περίφημο τρίτοξο γεφύρι. Αξιοθαύμαστο έργο αρχιτεκτονικής κατασκευής για την εποχή του. Γι αυτό τον λόγο και χαρακτηρίστηκε «διατηρητέο ιστορικό μνημείο» (ΦΕΚ 239/30-06-1964). Αυτό εξυπηρετούσε παλιά όσους έρχονταν από τα «Κεφάλια» για να αλέσουν στον «Καλογερικό» μύλο και τους Κουκουλιώτες ιδιαίτερα για να περνούν και να επικοινωνούν αυτοί με τις πέρα από το ρέμα του Βίκου δασικές κοινοτικές εκτάσεις, τις γνωστές με το όνομα «Μεσσιαράχη», «Πετούρνα» και «Αφορεσμός» καθώς και για το πέρασμα των ζώων τους για βόσκηση στα μέρη αυτά.
Βρίσκεται ΝΑ του Κουκουλίου και απέχει περίπου 40 λεπτά της ώρας. Μια ωραία πέτρινη σκάλα στρωμένη με καλντερίμι ένωνε το χωριό με το μύλο και το γεφύρι. Σήμερα σώζονται μόνο τα λείψανά της. Απέχει μόνο 15 λεπτά από τους Κήπους και αυτό ξεγελάει πολλούς κάνοντάς τους να νομίζουν ότι ανήκει στους Κήπους.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Λαμπρίδη, το γεφύρι αυτό το έχτισε ο Ζώτος Ρούσης από τους Νεγάδες ξοδεύοντας γι αυτό 8.000 γρόσια και ήταν αρχικά ξύλινο.
Αργότερα, όταν ο παρακείμενος μύλος έγινε ιδιοκτησία του μοναστηριού, ο ηγούμενος Σεραφείμ το 1814 ξόδεψε 20.000 γρόσια και το έκανε πέτρινο. Γι αυτό τον λόγο και ονομάστηκε και «Καλογερικό».
Από τα μέσα του 19ου αιώνα υιοθέτησε το γεφύρι αυτό και ανέλαβε την επισκευή και την συντήρησή του η οικογένεια των Πλακιδαίων από το Κουκούλι. Μια πλάκα εντοιχισμένη σ’ αυτό μας φανερώνει πως ο Αλέξανδρος και ο Ανδρέας Πλακίδας το επισκεύασαν το 1866. Μια άλλη μας πληροφορεί ότι ο Ευγένιος Πλακίδας το επισκεύασε το 1912. Έτσι το γεφύρι αυτό πήρε και δεύτερο όνομα «Πλακίδα».
Το 1950 η τότε Κοινότητα Κουκουλίου επισκεύασε τα βάθρα του και αργότερα το ξαναεπισκεύασε η Αρχαιολογική Υπηρεσία Ιωαννίνων.

Σε απόσταση μικρότερη από μισή ώρα από τον «Καλογερικό» μύλο και προς την κατεύθυνση της ροής του ποταμού ήταν ο μύλος του Κόκκορου. Αυτός είχε δύο μάτια, δηλαδή δύο αλεστικά συστήματα. Αυτό πλεονεκτούσε έναντι των άλλων επειδή άλεθε γρήγορα και δεν χρονοτριβούσαν όσοι πήγαιναν σ’ αυτόν. Δεν είχε όμως μαντάνια ούτε και νεροτροβιά.
Βρίσκεται ακριβώς κάτω από το Κουκούλι και απέχει περίπου 20 λεπτά απ’ αυτό.
Είναι άγνωστο πότε κτίστηκε όπως άγνωστοι είναι και οι πρώτοι ιδιοκτήτες του. Κατά κάποια παράδοση του Κουκουλίου στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν ιδιοκτησία του Γιαννάκη Κόκκορου από του Κουκούλι με συνιδιοκτήτη κάποιον Σκουμπουρδή από τα Γιάννενα. Αργότερα αυτοί μάλωσαν, πήγαν στα δικαστήρια και ο μύλος αγοράστηκε από τον Κουκουλιώτη Δημητράκη Κόκκορο.
Στον μύλο αυτό άλεθαν τα σιτηρά τους οι κάτοικοι από τα χωριά Κουκούλι, Καπέσοβο, Βραδέτο, Δίλοφο, Ασπράγγελοι, Ελάτη καθώς και από τα χωριά Βίτσα, Μονοδέντρι και Πεδινά όταν χάλασε και δεν άλεθε ο μύλος του Μίσιου.
Τον Νοέμβριο του 1910 από τις ραγδαίες φθινοπωρινές βροχές το ρέμα του Βίκου κατέβασε πολύ νερό. Ένα μεγάλο δέντρο ξεριζωμένο από το δάσος δεν μπόρεσε να περάσει από το γεφύρι του Μίσιου και σκάλωσε σ΄αυτό και με άλλα κλαδιά και φύλλα δημιουργήθηκε ένα φράγμα που εμπόδιζε το νερό να περάσει κάτω από την καμάρα του γεφυριού με αποτέλεσμα όλη η ποταμιά του Κουκουλιού πλημμύρισε και έγινε σαν λίμνη. Η στάθμη του νερού ανέβηκε και ως τον μύλο του Κόκκορου και άρχισε κι αυτός να πλημμυρίζει. Μυλωνάς τότε ήταν ο Κώστας Λένης από την Ζαγόρτσα (Πολύγυρος Δωδώνης). Τρόμαξε τόσο πολύ και για να γλυτώσει ανέβηκε στις γρεντιές της στέγης του μύλου, άνοιξε μια τρύπα σ΄αυτή και βγήκε έξω. Μετά από κάμποση ώρα το δέντρο ξεσκάλωσε στο γεφύρι του Μίσιου και τραβήχτηκαν τα νερά. Το γεγονός αυτό έμεινε ιστορικό στο Κουκούλι και λέγεται: «Τότε που πνίχτηκε ο μύλος του Κόκκορου».
Το 1924 ο μύλος από την οικογένεια του Κόκκορου πέρασε στον Αθανάσιο Βασδέκη από την Βίτσα και κατόπιν στον Νάσο Μυλωνά από το Μανασσή, που τον κράτησε μέχρι το 1944. Εκτοτε είναι σωρός από ερείπια.
Κοντά στον μύλο αυτό υπάρχει το μεγαλόπρεπο μονότοξο γεφύρι, γνωστό με το όνομα «κυρ Νούτσου» ή «Κόκκορου».
Χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα από τον Νούτσο Κοντοδήμο από το Βραδέτο και πήρε το όνομα «Κόκκορου» από την γειτνίασή του με τον μύλο του Κόκκορου.
Χαρακτηρίστηκε και αυτό «διατηρητέο ιστορικό μνημείο» (ΦΕΚ 239/30-06-1964).
Το 1960 το επισκεύασε η Ένωση Ζαγορισίων της Αθήνας και το 1975 η Αρχαιολογική Υπηρεσία Ιωαννίνων.
Την 22 προς 23 Απρίλη 1977 άγνωστοι χάλασαν αρκετό τμήμα από το παλιό καλντερίμι του γεφυριού. Υπήρχε διάχυτη η γνώμη πως αυτό έγινε προς εξεύρεση χρημάτων που είχαν θαφτεί εκεί από την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία Ιωαννίνων αποκατέστησε τις ζημιές αυτές.

Προς τα δυτικά από το Κουκούλι και περίπου μισή ώρα απ’ αυτό ήταν ο μύλος του «Μίσιου». Σήμερα σώζονται μόνο τα ερείπιά του. Δεν ξέρουμε με ακρίβεια ούτε πότε χτίστηκε, ούτε ποιός ήταν ο πρώτος ιδιοκτήτης του. Πιθανόν να πήρε αυτό το όνομα από το γεφύρι που βρίσκεται κοντά του, που ξέρουμε ότι το έφτιαξε ο Αλέξιος Μίσιος από το Μονοδένδρι. Ωστόσο δεν υπάρχουν στοιχεία που να μας πληροφορεί ότι αυτός έφτιαξε και τον μύλο.
Ο μύλος αυτός είχε ένα μάτι (ένα ζευγάρι μυλόπετρες) και είχε και μαντάνια και νεροτροβιά. Σ’ αυτόν άλεθαν τα χωριά Κουκούλι, Καπέσοβο, Βραδέτο, Βίτσα, Μονοδένδρι και Άνω και Κάτω Πεδινά.
Ως τα μέσα του 19ου αιώνα ανήκε στον Γιαννάκη Κόκκορο από το Κουκούλι και σε κάποιον Σκουμπουρδή από τα Γιάννενα, όπως και ο μύλος του Κόκκορου. Έπειτα περιήλθε και αυτός στην κυριαρχία του Δημήτρη Κόκκορου και του παιδιού του Γρηγόρη.
Το 1924 πουλήθηκε και αυτός στον Αθανάσιο Βασδέκη από την Βίτσα και κατόπιν στον Αθανάσιο Μυλωνά από το Μανασσή.
Πάνω από τον μύλο, ανατολικά στον μεγάλο βραχώδη όγκο, υπάρχει μια πολύ βαθειά και παράξενη σπηλιά, που λέγεται «Σπηλιά της Κουρκούτως». Και αυτό γιατί εκεί κράτησαν αιχμάλωτη το 1884 οι ληστές την Κουρκούτω από το Μονοδέντρι που την αιχμαλώτισαν για λύτρα. Τελικά πήραν τα λύτρα αλλά σκότωσαν την Κουρκούτω.
Λίγα μέτρα βορειότερα από τον μύλο υπάρχει το μονότοξο γεφύρι με το όνομα «Μίσιου», γιατί το έφτιαξε το 1748 ο άρχοντας Αλέξης Μίσιος από το Μονοδένδρι.
Επειδή στο γεφύρι αυτό πήγαιναν συχνά οι γυναίκες που δεν έκαναν ζωντανά τα παιδιά τους και έριχναν στο ποτάμι τους αρκάδες που είχε το γεφύρι, γιατί υπάρχει τέτοια πρόληψη στο Ζαγόρι, το 1938 που επισκευάστηκε το γεφύρι, κατάργησαν ολοκληρωτικά τους αρκάδες που είχαν απομείνει και εξασφάλισαν τα στηθαία του με στενό πεζούλι.

Ανέκαθεν υπήρχαν κάποιοι κανόνες απαράβατοι που τους ακολουθούσαν όσοι πήγαιναν στον μύλο. Πρώτα – πρώτα έπρεπε να περιμένουν την σειρά τους. Μονάχα με κοινή συγκατάθεση των ενδιαφερομένων μπορούσε να αλλάξει την σειρά. Γι αυτό και έμεινε να λέγεται: με την αράδα σαν στο μύλο. Μερικοί δεν περίμεναν την σειρά τους παρά άφηναν το γένημα να το αλέσει την νύχτα ο μυλωνάς και πήγαιναν την άλλη μέρα και το έπαιρναν.
Η σειρά έσπαγε μόνο όταν ήταν συνεχόμενοι δύο κουμπάροι γιατί δεν έπρεπε να ανακατωθούν τα γεννήματα. Υπήρχε δηλαδή πιθανότητα να αδικηθεί κάποιος από τους δύο κουμπάρους χωρίς να το θέλει κανένας τους. Όταν υπάρχει «λάδι» (κουμπαριά) θεωρείται μεγάλη αμαρτία να κλέψει ή να αδικήσει ο ένας κουμπάρος τον άλλο.
Πολλές γυναίκες πήγαιναν στον μυλωνά και λίγη πίττα. Έτσι τον καλόπιαναν για να τους φτιάξει το αλεύρι τους καλό, πολύ λεπτό.
Αυτοί που περίμεναν την σειρά τους, για να περάσει η ώρα τους έλεγαν διάφορες κουβέντες και ιστορίες που πολλές φορές ήταν παράξενες και υπερβολικές. Γι αυτό τον λόγο έχει επικρατήσει να λένε τα εξής όταν διαπιστώνουν ότι κάποιος λέει υπερβολικά πράγματα: «Αυτά π’ λές τα λέν στου μύλου», ή « Αυτά π’ μας λές είναι μπαχαλότια κι τα λέν στου μύλου».
Παλιά συνήθεια ήταν στον μύλο να ψένουν «σταχτοκουλούρες», δηλαδή ψωμί πρόχειρα ζυμωμένο χωρίς προζύμι από φρεσκοαλεσμένο αλεύρι και ψημένο πάνω στην καμένη μαύρη πλάκα, με την οποία ήταν στρωμένη η γωνιά στο τζάκι.
Λόγω του πολύ θορύβου που υπήρχε στον μύλο όταν αυτός άλεθε, οι παραβρισκόμενοι έπρεπε να μιλούν δυνατά για να ακούει ο ένας τον άλλο. Έτσι έμεινε το «Μη φωνάζεις τόσο, δεν είμαστε στο μύλο».

Για τους μύλους και τους μυλωνάδες υπάρχουν οι παρακάτω παροιμίες:
1. «Όλος ο κόσμος κλαίει το χάλι του κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι», ο κάθε άνθρωπος στενοχωριέται ανάλογα με τις ανάγκες του.
2. «Όποιος μπαίνει στον μύλο θα βγει αλευρωμένος», χαρακτηρίζεται η επίδραση του περιβάλλοντος.
3. «Ο καλός ο μύλος αλέθει απ’ όλα», χαρακτηρίζουν το καλό στομάχι και όχι μόνο.
4 .«Και στον μύλο να τον βάλεις, αυτός ακαίριος θα βγει», όταν κάποιος παραμένει άτρωτος από τις μπόρες και τα ατυχήματα της ζωής.
5. «Έβαλε το νερό στ’ αυλάκι», όταν κάποιος τακτοποιεί τις υποθέσεις του.
6. «Ήκσαν π’ το κάνουμε και κίνσαν κι οι μυλωνάδες», όταν κάποιοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν μια ευκαιρία με άτομα κατώτερης αξίας.
7. «Βάνει κι η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες», λέγεται για κάποιον που περηφανεύεται χωρίς αξία.
8. «Ορθογραφία χαλεύεις στης μυλωνούς τον κ..», όταν κάποιος ζητάει λεπτομερείς διευκρινίσεις γύρω από ένα ζήτημα και αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει.

Από παλιά στους κατοίκους των χωριών υπήρχε η δοξασία πως οι μύλοι ήταν το αγαπημένο μέρος των καλλικαντζάρων, ιδιαίτερα κατά το χρονικό διάστημα του «Δωδεκαήμερου». Γι αυτό τον λόγο οι μυλωνάδες έκλειναν τους μύλους τους και έφευγαν την παραμονή των Χριστουγέννων και επέστρεφαν και άνοιγαν πάλι τον μύλο μετά τα Φώτα, όταν άγιαζαν τα νερά.

Ο Κώστας Λαζαρίδης αναφέρει μια παράδοση σχετική με την δράση των καλλικαντζάρων και την δράση τους στους μύλους κατά το Δωδεκαήμερο:
«Κάποτε στα παλιά τα χρόνια μια γυναίκα από το Κουκούλι, που λεγόταν Νούλα, κατέβηκε με λίγο γένημα για να το αλέσει στον μύλο του Κόκκορου. Ήταν απόγεμα όταν ξεκίνησε από το Κουκούλι. Εκεί στον μύλο άργησε να αλέσει κι έτσι την πήρε η νύχτα. Επειδή φοβόταν να ανηφορήσει μοναχή της ως το χωριό, την ξέβγαλε για λίγο διάστημα ο μυλωνάς και την πέρασε από τον πρώτο μεγάλο λάκκο που λέγεται «λάκκος του Αϊ – Νικόλα». Ο μυλωνάς κατόπι γύρισε στον μύλο του κι αυτή πήρε τον ανήφορο για το χωριό. Τότε της παρουσιάστηκε μπροστά της ένα καψούρι (καλικάντζαρος) με μορφή γίδας. Πήγαινε αυτό μπροστά της και χτυπούσε πότε – πότε το πόδι του, όπως ακριβώς κάνουν τα γίδια, όταν βλέπουν ξένο σκυλί να περνάει μπροστά τους. Πότε πήγαινε αυτό μπροστά της και χτυπούσε το πόδι του και πότε πίσω της. Όταν άλλαζε θέση, δηλαδή έφευγε από πίσω της για νάρθει μπροστά της, αυτή άκουγε τα περπατήματά του, που ήταν απαράλλαχτα με τα βήματα της γίδας. Τότε θυμήθηκε πώς αυτή έπρεπε να πει καμιά προσευχή. Έτσι είχε ακούσει ότι πρέπει να κάνουν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Άρχισε λοιπόν αυτή να μουρμουρίζει το «Κύριε ελέησον» πολλές φορές και το «Πάτερ ημών». Έτσι με αγωνία και φόβο και με τρεμάμενα γόνατα έφτασε ως την κορυφή του «Κοκκινόϊ» που είναι πιο κάτω από τα «Λωρίδια» και σε απόσταση από το χωριό περίπου 200 μέτρα. Εκεί ακούστηκε από το χωριό ένα πετεινολάλημα και στην στιγμή το καψούρι έγινε άφαντο. Χάθηκε από μπροστά της παίρνοντας τον κατηφορικό δρόμο για τον μύλο.»
Αυτή η γυναίκα η Νούλα ήταν η γιαγιά της κ. Ελευθερίας Πετράκη και το γεγονός αυτό της το διηγήθηκε η ίδια.

Κυρίες και κύριοι προσκεκλημένοι.
Τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια συνήθως είναι χτισμένα σε μια ιδιαίτερη αλλά και σε πολλές περιπτώσεις δυσπρόσιτη θέση. Εξαιτίας της δυσπρόσιτης θέσης τους αλλά και της έντονης αστυφιλίας που καταδυναστεύει την ελληνική ύπαιθρο τις περισσότερες φορές τα πέτρινα γεφύρια δεν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του άμεσου περιβάλλοντος των Ελλήνων και οι γνώσεις τους σχετικά με αυτά είναι περιορισμένες έως ανύπαρκτες. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο δεν είμαστε εξοικειωμένοι με αυτά αλλά δυστυχώς αγνοούμε ακόμα και την ύπαρξη τους. Έτσι πάρα πολλά έχουν περιέλθει σε αχρηστία και αναπόφευκτα έχουν γίνει βορά στη φθοροποιό δύναμη του πανδαμάτορα χρόνου.
Καθώς τα πέτρινα γεφύρια ήταν προϊόντα της διαρκούς αλληλεπίδρασης της καλλιτεχνικής έμπνευσης του ανθρώπου με την ανέγγιχτη ομορφιά της μητέρας φύσης, σήμερα αποτελούν ένα θέμα που μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών και να γίνει αντικείμενο διεπιστημονικής μελέτης. Η απόλυτη ένταξη των γεφυριών στο φυσικό περιβάλλον, οδήγησαν τον πρωτοπόρο μελετητή τους κ. Σπύρο Μαντά (1984) να δηλώσει ότι οι άνθρωποι για να καλύψουν μια επιτακτική ανάγκη τους (αυτήν της επικοινωνίας) αναγκάστηκαν να προεκτείνουν την ίδια τη φύση, χτίζοντας αυτά τα αριστουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής σε πλήρη αρμονία με το περιβάλλον φυσικό τοπίο.
Αυτοί οι αυτοδίδακτοι λαϊκοί αρχιτέκτονες εμπνέονταν από τη ρήση ότι ο πρώτος γεφυροποιός είναι η ίδια η φύση και έτσι ακολουθούσαν τους κανόνες που η ίδια η φύση υπαγόρευε και γενικά φρόντιζαν να μην προσβάλλουν αισθητικά το φυσικό τοπίο με τις κατασκευές τους. Γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν μόνο ντόπιες πέτρες και άλλα φυσικά δομικά υλικά, όπως ξύλο, χώμα και νερό.
Το πλήθος των εμπειριών και των γνώσεων που σχετίζονται με την κατασκευή των γεφυριών (π.χ. λέξεις σχετικές με τα γεφύρια, τους μαστόρους, τη συνθηματική γλώσσα τους, τα εργαλεία τους κ.ά.) και που αποκτήθηκαν με την πάροδο αιώνων, όχι μόνο δεν θα το μεταλαμπαδεύσουμε στις επόμενες γενιές αλλά θα το απολέσουμε σταδιακά μέσα σε λίγες δεκαετίες

Αιρετοί εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, άνθρωποι του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης, άλλων Δημοσίων Υπηρεσιών αλλά και κυβερνητικών και μη οργανισμών που ασχολείσθε με την πολιτιστική και την τουριστική ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος της χώρας μας, κύριο μέλημά σας θα έπρεπε να είναι η ακριβής καταγραφή, η διεπιστημονική μελέτη, η συντήρηση - επισκευή, η προστασία και τέλος η ανάδειξη των πέτρινων γεφυριών ως μοναδικά δείγματα της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας μας.

Γιατί αυτά δεν τα κληρονομήσαμε από τους πατεράδες μας, τα δανειστήκαμε από τα παιδιά μας.

Ευχαριστώ.

 

 

 

 

 

Σπύρος Τσουμάνης
Πρόεδρος της Αδελφότητας

Εκδήλωση της 30 Ιουλίου 2009 στο Κουκούλι
"Αναφορά στα Γεφύρια"

Θέμα: Κουκουλιώτικα γεφύρια και μύλοι