Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η γεωργοκτηνοτροφία. Αυτό το μαρτυρούν και οι τέσσεροι μύλοι που βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του ποταμού. Καλλιεργούσαν δημητριακά, όσπρια, πολλά οπωροφόρα δέντρα και πολλά αμπέλια. Από τα παραγόμενα προϊόντα πλήρωναν ως φόρο την δεκάτη στο Τουρκικό δημόσιο.
Διατηρούσαν κατοικίδια ζώα (πρόβατα, γίδια, αγελάδες) αλλά και άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια.
Ελάχιστοι γνώριζαν γραφή και ανάγνωση. Οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι, όπως μαρτυρούν διάφορα γραπτά στοιχεία που έφτασαν στις μέρες μας. Σ αυτό συνετέλεσε όχι μόνο η σκλαβιά αλλά και το ότι το σύστημα μόρφωσης ήταν ανέκαθεν αριστοκρατικό. Παντού τα γράμματα ήταν προνόμιο των ολίγων.

Με αφορμή την συνθήκη του Βοϊνίκου που άρχισε ο ξενιτεμός των Κουκουλιωτών ερχόταν στο χωριό χρήματα από την Ρωσία, την Ρουμανία, την Κωνσταντινούπολη και την Βεσσαραβία καθώς και κουλτούρα και νέες ιδέες για την καλύτερη οργάνωση της ζωής στην τουρκοκρατούμενη περιοχή.

Συνθήκη του Βοϊνίκου

Συνθήκη που υπεγράφη το 1430 μ.Χ. μεταξύ του Καρά Σινάν πασά και 14 χωριών του Ζαγορίου τα οποία ζήτησαν αυτονομία, αυτοδιοίκηση και πλήρη ατέλεια.
Ο Καρά Σινάν πασάς θεώρησε την αυθόρμητη αυτή υποταγή των 14 χωριών πολύ καθοριστική για την παράδοση του φρουρίου των Ιωαννίνων, παραχώρησε αυτονομία και αυτοδιοίκηση στα χωριά αυτά και αντί φόρων τα χωριά υποχρεούντο να στέλνουν κάθε χρόνο στην Κωνσταντινούπολη έναν ορισμένο αριθμό ανδρών ανάλογα με τον πληθυσμό του κάθε χωριού για διάστημα 50 ημερών που θα υπηρετούν ως ιπποκόμοι στα ιπποστάσια του Σουλτάνου (Βοϊνάκ = ιπποκόμος και βοϊνίκηδες = στρατεύσιμοι).
Πολλοί βοϊνίκηδες όταν τελείωνε η θητεία τους εγκαθίσταντο στην Κωνσταντινούπολη και καλούσαν εκεί και τους συγγενείς τους, όπου αργότερα απλώθηκαν στην Βλαχία, Ρωσία, Μικρά Ασία, Σερβία, Αυστρία, Βεσσαραβία και άλλού, όπου πρόκοψαν και έκαναν μεγάλη περιουσία.
Ο θεσμός αυτός κράτησε ως το 1670, οπότε τα χωριά του Ζαγορίου κατάφεραν αντί στρατευσίμων ανδρών να πληρώνουν φόρους.
Έτσι σύμφωνα με τον Π. Αραβαντινό στην Χρονογραφία της Ηπείρου (Β’ 1856, σ.34) το Κουκούλι έστελνε 7 στρατεύσιμους και αργότερα κατέβαλλε χρηματικό ποσόν 400 άσπρα.